• natalianeratzakh@outlook.com
  • 6984045886
  • 2622026681

Σύμβαση ασφάλισης προσώπων.Πως πρέπει να γίνεται η καταγγελία ασφαλιστικής σύμβασης λόγω καθυστέρησης καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου; Τρόπος προσήκουσας γνωστοποίησής της στον ασφαλισμένο.

Από τις διατάξεις των αρ. 1 επ., 7, 27, 31 και 32 ν. 2496/1997 ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τις διατάξεις των αρ. 189 επ. του ΕμπΝ και ο οποίος, κατά το αρ. 33 παρ. 4 αυτού, εφαρμόζεται και επί των ασφαλιστικών συμβάσεων, που υφίσταντο κατά την έναρξη ισχύος του, προκύπτει, ότι με τη σύμβαση της ασφάλισης, ο ασφαλιστής υποχρεούται αντί ασφαλίστρου να αποζημιώσει τις απώλειες ή ζημίες, οι οποίες ενδέχεται να συμβούν στον ασφαλιζόμενο από ορισμένα τυχαία ή ανωτέρας βίας περιστατικά ή ασθένειες, οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν, αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξή τους, κατά τη σύναψη της σύμβασης.

Όπως, δε, προκύπτει -από τη διάταξη του αρ. 7 παρ. 7 του ως άνω νόμου, η ασφαλιστική αποζημίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι επέλθει η ζημία, προς κάλυψη της οποίας έχει συνομολογηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Ειδικότερα, στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται, είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας, που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (ΑΠ 1957/2013, ΑΠ 1303/2009). Περαιτέρω, κατά το αρ. 6 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές, ενώ κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του αυτού άρθρου, η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει την σύμβαση. Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στο λήπτη της ασφάλισης, στον οποίο γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου, θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης. Από τη δεύτερη παράγραφο της διάταξης αυτής προκύπτει, ότι εισάγεται διπλή υποχρέωση στον ασφαλιστή, ήτοι η καταγγελία της σύμβασης πρέπει να γίνει εγγράφως προς το λήπτη της ασφάλισης, αλλά, για να επέλθουν τα εκ του νόμου αποτελέσματα αυτής, πρέπει στο κείμενο να αναφέρονται οι συνέπειες της καθυστέρησης καταβολής ασφαλίστρου. Για τη λύση, δηλαδή, της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν αρκεί, μόνον, η δήλωση του ασφαλιστή περί ακύρωσης ή “ελευθεροποίησης” της σύμβασης, λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων, η οποία κοινοποιείται στον ασφαλισμένο, αλλά απαιτείται δήλωση περί καταγγελίας με την επισήμανση, ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά παρέλευση ενός μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ, προκύπτει, ότι η καταγγελία, για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βούλησης του συμβαλλόμενου μέρους, η, δε, δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα όχι, απλώς, από την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο, ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίον απευθύνεται, αλλά από την παραλαβή τηςΓια να παραγάγει τα αποτελέσματά της, είναι αναγκαία η περιέλευσή της στον νόμιμο παραλήπτη, απαιτείται, δε, να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα, συστημένο ή επί αποδείξει, καθώς ο τρόπος αυτός κοινοποίησης εξασφαλίζει τη δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίο και μόνον, παραδίδεται (βλ. ΑΠ 510/2009, ΑΠ 1951/2006). Η επιλογή από το νόμο του τρόπου αυτού επίδοσης οφείλεται στη σημαντική έννομη συνέπεια, που αναφέρεται στη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης και την έκτοτε διακοπή της ασφαλιστικής κάλυψης.

Κατά συνέπεια, επί συστημένης επιστολής, μέσω ΕΛΤΑ, δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής, αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη, ειδικώς για τις συστημένες επιστολές απαιτείται όχι μόνο παράδοση γραπτής ειδοποίησης, αλλά και η πάροδος εύλογου χρόνου για την παραλαβή της, οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του (πρβλ. ΑΠ 1176/2015, ΑΠ 122/2004, ΑΠ 431/2004). 

Αν δεν γίνει η προσήκουσα γνωστοποίηση, δεν υφίσταται η καταγγελία, τυχόν, δε, αντίθετη συμφωνία, ότι με, μόνον, την υπερημερία του ασφαλισμένου, ως προς την καταβολή των ασφαλίστρων επέρχεται αυτοδικαίως λύση της σύμβασης, είναι άκυρη κατά τη διάταξη του αρ. 33 παρ. 1 του άνω ν. 2496/1997, η οποία ορίζει ότι, κάθε δικαιοπραξία, που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται, κάτι άλλο, ειδικά, στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών (βλ. ΟλΑΠ 14/2013, ΑΠ 1276/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικά τμήμα της, και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστικής σύμβασης λόγω μη καταβολή των ασφαλίστρων δέχθηκε τα εξής : “… Στη συνέχεια, κατόπιν πιέσεως του ενάγοντος και επισκέψεών του στα γραφεία της εναγομένης, προκειμένου να πληροφορηθεί το ύψος των οφειλομένων από αυτόν ασφαλίστρων, η εναγομένη προέβη στη σύνταξη της από 13-2-2012 συστημένης επιστολής της, με την οποία γνωστοποιούσε στον ενάγοντα, το πρώτον, το ακριβές ποσό της οφειλής του ύψους 1.698,06 ευρώ, καθώς και ότι σε περίπτωση μη αποπληρωμής του συνόλου της οφειλής εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της επιστολής, τούτο θα ισοδυναμούσε με καταγγελία και συνακόλουθη λύση της σύμβασης. Η επιστολή αυτή εστάλη στην δηλωθείσα από τον ενάγοντα ταχυδρομική θυρίδα που τηρούσε στα ΕΛΤΑ …. Ειδικότερα, εντός της ταχυδρομικής θυρίδας του ενάγοντος τοποθετήθηκε στις 16-3-2012 ειδοποιητήριο για την αποστολή της άνω επιστολής, η οποία (επιστολή) παρέμεινε εις χείρας των υπαλλήλων του ταχυδρομείου. Ο ενάγων έλαβε γνώση της επιστολής αυτής στις 3-4-2012, όταν επισκέφθηκε τα ΕΛΤΑ, βρήκε το ειδοποιητήριο και παρέλαβε την συστημένη επιστολή, όπως προκύπτει από την με την ως άνω ημερομηνία βεβαίωση του αρμοδίου υπαλλήλου του καταστήματος ΕΛΤΑ … και ακολούθως στις 25-4-2012, ήτοι εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της επιστολής, κατέβαλε το παραπάνω ποσό στον τηρούμενο λογαριασμό της εναγόμενης στην … . Παρά ταύτα, στις 9-8-2012, ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη την πληροφόρηση ότι η μεταξύ τους σύμβαση είχε λυθεί, επειδή αυτός δεν είχε εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ειδικότερα, δεν είχε εξοφλήσει εμπρόθεσμα τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του. Εντούτοις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η σχετική καταβολή των ασφαλίστρων από τον ενάγοντα ήταν εμπρόθεσμη, καθώς αυτός κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό εντός της ταχθείσας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της συστημένης επιστολής της εναγόμενης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, για να παράγει τα αποτελέσματά της η καταγγελία απαιτείται η περιέλευσή της στο νόμιμο παραλήπτη (εν προκειμένω στον ενάγοντα), επί, δε, συστημένης επιστολής αποσταλείσας, μέσω των ΕΛΤΑ, δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου περί ύπαρξης συστημένης επιστολής στην ταχυδρομική θυρίδα του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη (χέρι με χέρι), οπότε και περιέρχεται η δήλωση βούλησης (εν προκειμένω καταγγελία) στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται και εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του του περιεχομένου της, αρχομένης έκτοτε της τριακονθήμερης προθεσμίας για την καταβολή των ασφαλίστρων. Κατά συνέπεια, ενόψει της αποδειχθείσας εμπρόθεσμης καταβολής από τον ενάγοντα των οφειλόμενων ασφαλίστρων, η καταγγελία από την εναγομένη του υπ` αριθμ. … /20-3-1993 ασφαλιστηρίου συμβολαίου κλάδου ζωής, μετά των προσθέτων πράξεων – παραρτημάτων του, είναι άκυρη, ο, δε, ενάγων ως συμβληθείς στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και έλκων δικαιώματα από αυτό, είχε έννομο συμφέρον προς δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας αυτής”. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο τη συνέχεια απέρριψε την έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατ` ουσίαν. Το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και ειδικότερα ότι για την ειδοποίηση του αναιρεσίβλητου από την αναιρεσείουσα περί καταβολής των ασφαλίστρων από τη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση με συστατική επιστολή δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της σχετικής γραπτής ειδοποίησης σ` αυτόν ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιό του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η πάροδος εύλογου χρόνου για την παραλαβή της, για να εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του, από την οποίαν (γνώση) αρχίζει η ορισθείσα προθεσμία για την καταβολή των ασφαλίστρων που η αναιρεσείουσα είχε ορίσει και ότι η καταγγελία της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης στην οποία προέβη η τελευταία, λόγω δήθεν μη εμπρόθεσμης καταβολής των ασφαλίστρων είναι άκυρη, διότι ο αναιρεσίβλητος κατέθεσε τα ασφάλιστρα εμπρόθεσμα, και έτσι που έκρινε, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τα οποία ορθώς υπήγαγε σ` αυτές, ούτε περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες. Κατ` ακολουθία ο μόνος λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίον η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης.

Πηγή ΑΠ 342/2022 (Α1′ Τμήμα)

Ναταλία Κ. Νεραντζάκη,Δικηγόρος

natalianeratzakh@outlook.com

Δημοσιεύθηκε στις 11.03.2026