Πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου ορίζονται κατά το άρθρο 78 παρ. 2 Ν. 4738/2020, όπως τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4818/2021 (ΦΕΚ 214Α`/18-07-2021) και στη συνέχεια με το άρθρο 70 του Ν. 5072/2023 (ΦΕΚ 198 Α`/04-12-2023) και ισχύει σήμερα, αυτές, στις οποίες ο οφειλέτης ικανοποιεί σωρευτικά και τα τρία (3) κριτήρια προσδιορισμού της πολύ μικρής οντότητας του άρθρου 2 του Ν. 4308/2014.
Ως πολύ μικρή οντότητα του παραπάνω άρθρου, χαρακτηρίζεται η οντότητα, δηλαδή φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο κατά την ημερομηνία του ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα ακόλουθα κριτήρια, ήτοι η αξία του συνόλου των περιουσιακών του στοιχείων δεν υπερβαίνει το ποσό των 350.000,00 ευρώ, το καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών δεν υπερβαίνει το ποσό των 700.000,00 ευρώ και ο μέσος όρος των απασχολούμενων κατά τη διάρκεια της περιόδου δεν υπερβαίνει τα 10 άτομα.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι για το χαρακτηρισμό ενός φυσικού προσώπου, που δεν έχει επιχειρηματική δραστηριότητα, ως πολύ μικρή οντότητα εξετάζεται η υπέρβαση ή μη μόνο του πρώτου κριτηρίου της αξίας του ενεργητικού του.
Ως αξία των συμπεριλαμβανομένων στην αίτηση ακινήτων, εφόσον βρίσκονται στην Ελλάδα, λογίζεται η φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α), σύμφωνα με το Ν. 4223/2013, όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού φόρου (αρ. 78 παρ. 2 εδ. γ` σε συνδυασμό με 11 παρ. 1 εδ. α` Ν. 4738/2020).
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 173 του Ν. 4738/2020, όπως τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 35 παρ. 19 του Ν. 4818/2021 (ΦΕΚ 214Α`/18-07-2021) και στη συνέχεια με το άρθρο 78 του Ν. 5072/2023 (ΦΕΚ 198 Α`/04-12-2023) και ισχύει σήμερα, η αίτηση πτώχευσης υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, στο οποίο και δημοσιοποιείται για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών. Σε περίπτωση κατά την οποία, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, δεν υποβληθεί παρέμβαση κατά της αίτησης ή υποβληθεί παρέμβαση που αφορά μόνο τον διορισμό συνδίκου, η αίτηση γίνεται δεκτή από το πτωχευτικό δικαστήριο με μόνη τη διαπίστωση παρέλευσης του παραπάνω χρονικού διαστήματος.
Με την ίδια απόφαση ορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο ο εισηγητής. Ο εισηγητής διορίζει τον σύνδικο, εφόσον δεν προσδιορίζεται στην αίτηση, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταχώρησης του άρθρου 178 παρ. 1 Ν. 4738/2020 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 81 του Ν. 5072/2023/ΦΕΚ Α`/04-12-2023), σύμφωνα με το οποίο αν με τα στοιχεία στα οποία παρέχεται πρόσβαση μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, πιθανολογείται ότι τα μη βεβαρημένα στοιχεία της περιουσίας του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη δεν υπερβαίνουν το ποσό των ετήσιων ευλόγων δαπανών διαβίωσης ή αν είναι υψηλότερο, το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου της παρ. 2 του άρθρου 33 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, δε διορίζεται σύνδικος και το Δικαστήριο διατάσσει την καταχώρηση του ονόματος ή της επωνυμίας του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213, προσδιορίζει την ημερομηνία παύσης των πληρωμών και επέρχονται οι συνέπειες της καταχώρησης της παρ. 4 του άρθρου 77.
Ειδικότερα, η παράγραφος 2 εδ. α` του άρθρου 33 του Ν. 4978/2022 (ΚΕΔΕ) προβλέπει ότι καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό ή τοποθετήσεις σε λογαριασμό πληρωμών στα εγκαταστημένα στη χώρα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο ίδρυμα.
Σχετικά με την ημερομηνία παύσης πληρωμών, αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 81 παρ. 2 του Ν. 4738/2020, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 72 του Ν. 5072/2023 (ΦΕΚ 198Α`/04-12-2023), που προβλέπει ότι στην απόφαση προσδιορίζεται και η ημέρα παύσης των πληρωμών η οποία τεκμαίρεται ότι είναι η τριακοστή ημερολογιακή ημέρα που προηγείται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης ή, σε περίπτωση κήρυξης της πτώχευσης σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 77, η ημέρα υποβολής της αίτησης πτώχευσης. Σε περίπτωση όμως που πιθανολογείται από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο σε προγενέστερη ημερομηνία, το δικαστήριο ορίζει την προγενέστερη αυτή ημερομηνία ως ημέρα παύσης πληρωμών, η οποία δεν μπορεί να απέχει πέραν της διετίας από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης ή, σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη, πέραν του έτους πριν τον θάνατο.
Το άρθρο 178 παρ. 1 Ν. 4738/2020 προσάρμοσε την διάταξη του άρθρου 77 παρ. 4 του ίδιου ως άνω Νόμου στις ιδιαιτερότητες των πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου. Το δε άρθρο 77 παρ. 4 Ν. 4738/2020 αποτελεί θετική αντικειμενική προϋπόθεση με την έννοια ότι, για να κηρυχθεί η πτώχευση, θα πρέπει το πτωχευτικό δικαστήριο να πιθανολογήσει και να αναφέρει στην απόφαση ότι η περιουσία του οφειλέτη επαρκεί πράγματι για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Δεν αρκεί, δηλαδή, η επάρκεια της περιουσίας για αντιμετώπιση μερικών μόνο εξόδων της διαδικασίας ή των εξόδων μέχρι ενός ορισμένου χρονικού σημείου ή διαδικαστικού σταδίου.Απαιτείται επάρκεια της περιουσίας για κάλυψη όλων των εξόδων, συνήθων ή εξαιρετικών, της συγκεκριμένης πτωχευτικής διαδικασίας. Για την τυχόν επάρκεια ή ανεπάρκεια της περιουσίας αρκεί κατά το γράμμα του νόμου πιθανολόγηση, επειδή ούτε τα έξοδα της διαδικασίας ούτε το μέγεθος της περιουσίας του οφειλέτη μπορούν εκ των πραγμάτων να προβλεφθούν με ακρίβεια. Επισημαίνεται ότι στα έξοδα υπολογίζονται όλες οι προβλέψιμες δικαστικές και διαχειριστικές δαπάνες, όπως ιδίως οι δαπάνες για την είσπραξη απαιτήσεων του πτωχού, για την πτωχευτική ανάκληση, για την ικανοποίηση των ομαδικών πιστωτών, η αντιμισθία του συνδίκου κ.λπ. Αρκεί δε εν προκειμένω η κατά το δυνατόν εκτίμηση των εξόδων, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη παράθεση στην απόφαση, που απορρίπτει την αίτηση για κήρυξη της πτώχευσης λόγω ανεπάρκειας περιουσίας, πράξεων και δαπανών (ΑΠ 578/2018 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στη δε περιουσία συναριθμούνται, εκτός των ταμειακών διαθεσίμων (μετρητών) του οφειλέτη, των εισπρακτέων απαιτήσεων και της αξίας των ελευθέρων βαρών στοιχείων, αφενός μεν οτιδήποτε μπορεί να επανακτηθεί με τον θεσμό της πτωχευτικής ανάκλησης, αφετέρου δε και το υπόλοιπο της αξίας των εμπραγμάτως βεβαρημένων πραγμάτων μετά από την αφαίρεση της αξίας του βάρους. Όμως, αν τα ρευστοποιήσιμα στοιχεία του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη (απαιτήσεις, πάγια κ.λπ.) δεν είναι πράγματι ευχερώς ρευστοποιήσιμα, η έλλειψη επαρκούς περιουσίας θα πρέπει να θεωρηθεί και στην περίπτωση αυτή δεδομένη. Μη ευχερώς ρευστοποιήσιμη περιουσία υπάρχει προφανώς, όταν η μη αποτελούμενη από μετρητά περιουσία του οφειλέτη πιθανολογείται ότι δεν θα μπορέσει να ρευστοποιηθεί εντός χρόνου πρόσφορου, για να καλύψει με επάρκεια τις εν τω μεταξύ (μέχρι την ρευστοποίηση) γεννώμενες διαδικαστικές δαπάνες. Επάρκεια συνεπώς περιουσίας για την κάλυψη των διαδικαστικών εξόδων ως προϋπόθεση κήρυξης της πτώχευσης υπάρχει, όταν στην περιουσία του οφειλέτη συμπεριλαμβάνονται τα αναγκαία με πιθανολόγηση για την ολοκλήρωση της διαδικασίας μετρητά ή όταν η πράγματι ρευστοποιήσιμη περιουσία κρίνεται ότι μπορεί να ρευστοποιηθεί σε πρόσφορο χρόνο και η ρευστοποίηση να αποδώσει τα αναγκαία για την περαίωση της διαδικασίας χρήματα (3/2022 ΕιρΚομ δημοσιευμένη στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 1 της διάταξης του άρθρου 176 του ιδίου νόμου τεκμαίρεται ότι ο οφειλέτης του παρόντος άρθρου βρίσκεται σε παύση πληρωμών όταν δεν καταβάλλει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον 60% των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του, για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των τριάντα (30) χιλιάδων ευρώ.
Πηγή: 258/2024 ΜΠΡ ΡΟΔΟΥ, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ
Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος
natalianeratzakh@outlook.com
Δημοσιεύθηκε στις 04.03.2026