Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 Α.Κ. με τη σύμβαση της πώλησης ο μεν πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πωλήσεως, και να παραδώσει το πράγμα, ο δε αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 516 του ίδιου Κώδικα, εάν ο πωλητής δεν εξεπλήρωσε τις πιο πάνω υποχρεώσεις του, ο αγοραστής έχει όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη.
Στην περίπτωση ειδικότερα υπερημερίας του πωλητή έχουν εφαρμογή οι γενικές περί καθυστερήσεως της παροχής διατάξεις του Α.Κ. και μάλιστα των άρθρων 343 και 333 επ. από τις οποίες προκύπτει, ότι από μόνη την υπερημερία του οφειλέτη δεν αλλοιώνεται η αρχική ενοχή και δεν αποκτά ο δανειστής από το λόγο αυτό δικαίωμα αποζημιώσεως, εάν δεν συντρέχουν και άλλες προϋποθέσεις. Ο αγοραστής δηλαδή δικαιούται στην περίπτωση υπερημερίας του πωλητή να ζητήσει την εκτέλεση της συμβάσεως και παράλληλα αποζημίωση δια την από την καθυστέρηση της εκτελέσεως ζημία κατά τις διατάξεις του άρθρου 343 παρ. 1 Α.Κ., μπορεί δε να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει πλέον συμφέρον στην εκπλήρωση της παροχής (αρθρ. 343 παρ. 2 Α.Κ.), το οποίο όμως οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει (βλ. Α.Π. 1053/1975 ΝοΒ 24-389, Εφ.ΑΘ. 976/1984 Ελλ. Δ/νη 27 – 104).
Εξάλλου, ο αγοραστής, ανεξαρτήτως του εάν έχει ή όχι συμφέρον στην εκπλήρωση της παροχής, δικαιούται κατά τις διατάξεις του άρθρου 383 Α.Κ., να τάξει στον πωλητή εύλογη προθεσμία προς παράδοση του πράγματος, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι μετά την πάροδο αυτής αποκρούει την παροχή, παρερχομένης δε άπρακτης της προθεσμίας μπορεί να ζητήσει είτε αποζημίωση για τη μη εκτέλεση ή να υπαναχωρήσει της συμβάσεως. Η δήλωση ότι μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποκρούεται η παροχή πρέπει να είναι ρητή και κατηγορηματική, ασαφείς δε και αόριστες φράσεις του δανειστή δεν επιφέρουν τα αποτελέσματα του άρθρου 383 Α.Κ. Όμως δεν απαιτείται να ταχθεί στον υπερήμερο οφειλέτη προθεσμία προς εκπλήρωση της παροχής, εάν ο δανειστής συνεπεία της υπερημερίας δεν έχει πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως ή εάν εκ της όλης στάσεως αυτού προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, τα στοιχεία όμως αυτά ή η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 385 Α.Κ. πρέπει να περιέχονται στην αγωγή, ως βασικά στοιχεία του δικαιώματος υπαναχωρήσεως.
Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω λόγοι, επέρχονται τα προαναφερόμενα αποτελέσματα όχι αυτοδικαίως με την έναρξη υπερημερίας του οφειλέτη, αλλά με τη (διαπλαστική) δήλωση του δανειστή ότι αποκρούει την παροχή και ζητεί αποζημίωση για μη εκπλήρωση ή υπαναχωρεί (Α.Π. 717/1990 Ελλ. Δ/νη 31 – 345, Εφ.ΑΘ. 6955/1994 Ελλ. Δ/νη 38 – 930, Εφ.ΑΘ. 3239/1994 Ελλ. Δ/νη 36 – 708, Σταθόπουλο σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο Α. Κ. στα άρθρα 383 – 385 σελ. 357 επ. και στο άρθρο 516, Καυκά, Ενοχ. Δικ., ειδ. Γ, σελ. 76 – 77).
Πηγή: 119/2001 ΕΦ ΠΑΤΡΩΝ
Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος
Δημοσιεύθηκε στις 14.05.2026