Το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου αποτελεί μία από τις πιο εκτεταμένες αλλαγές στον Αστικό Κώδικα εδώ και δεκαετίες. Δεν περιορίζεται σε επιμέρους διορθώσεις, αλλά προτείνει συνολική αναδιάρθρωση του συστήματος κληρονομικής διαδοχής με αντικατάσταση όλων των σχετικών διατάξεων.
Η μεταρρύθμιση αγγίζει βασικούς θεσμούς, όπως τη νόμιμη μοίρα, τις διαθήκες, τις σχέσεις μεταξύ συγκληρονόμων και την ευθύνη για τα χρέη της κληρονομιάς. Συνολικά, σηματοδοτεί τη μετάβαση από ένα αυστηρό και τυπικό πλαίσιο σε ένα πιο ευέλικτο και λειτουργικό σύστημα
- Τι αλλάζει στις διαθήκες; Περιπτώσεις ακυρότητας.
Η ρύθμιση των διαθηκών στο ισχύον δίκαιο χαρακτηρίζεται από έντονη τυπικότητα λόγω και της μονομερούς φύση της δικαιοπραξίας. Το νέο νομοσχέδιο εισάγει κρίσιμες τροποποιήσεις με στόχο την άμβλυνση αυτής της τυπικότητας χωρίς όμως να πλήττεται η προστασία της βούλησης του κληρονομούμενου.
Καταρχάς, το νομοσχέδιο δεν μεταβάλλει τη βασική τριχοτόμηση των τύπων διαθήκης (ιδιόγραφη, δημόσια, μυστική), αλλά επεμβαίνει στους κανόνες εγκυρότητας αυτών, αποδυναμώνοντας τη μέχρι σήμερα αυστηρή σύνδεση τύπου και κύρους.
Στο ισχύον δίκαιο, η τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων συνδέεται άμεσα με το κύρος της διαθήκης. Η ιδιόγραφη διαθήκη πρέπει να είναι ολόκληρη γραμμένη, χρονολογημένη και υπογεγραμμένη από τον διαθέτη, ενώ κάθε έλλειψη, ιδίως στη χρονολόγηση, οδηγεί, κατά κανόνα, σε ακυρότητα, ανεξαρτήτως του αν η βούληση του διαθέτη είναι σαφής. Αντίστοιχα, στη δημόσια και μυστική διαθήκη, πλημμέλειες στη διαδικασία ενώπιον συμβολαιογράφου ή στη συμμετοχή μαρτύρων συνεπάγονται ακυρότητα, ακόμη και όταν δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς τη γνησιότητα της δήλωσης.
Το νέο πλαίσιο διαφοροποιείται σε αυτό το σημείο. Η τήρηση του τύπου παύει να λειτουργεί ως απόλυτη προϋπόθεση κύρους και μετατρέπεται σε στοιχείο που αξιολογείται σε συνάρτηση με τη διασφάλιση της βούλησης του διαθέτη. Έτσι, ελλείψεις όπως η ατελής ή εσφαλμένη χρονολόγηση της ιδιόγραφης διαθήκης δεν οδηγούν αυτομάτως σε ακυρότητα, εφόσον από το σύνολο των περιστάσεων μπορεί να προσδιοριστεί με ασφάλεια ο χρόνος σύνταξης και, κυρίως, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα σύγκρουσης με άλλη διαθήκη ή αμφισβήτησης της ικανότητας του διαθέτη κατά τον κρίσιμο χρόνο. Αντίστοιχα, παραλείψεις στη διαδικασία σύνταξης δημόσιας διαθήκης (π.χ. ως προς τον ακριβή αριθμό ή την ιδιότητα των μαρτύρων) δεν συνεπάγονται ακυρότητα, εφόσον διασφαλίζεται ότι η δήλωση έγινε πράγματι από τον διαθέτη και αποτυπώθηκε ορθά.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο εισάγει ειδική ρύθμιση για διατάξεις τελευταίας βούλησης που ευνοούν πρόσωπα συνδεόμενα με τη φροντίδα του διαθέτη, η οποία διαφοροποιείται ουσιωδώς από το ισχύον καθεστώς. Σήμερα, η ακυρότητα τέτοιων διατάξεων θεμελιώνεται μόνο εφόσον αποδειχθεί ότι η βούληση του διαθέτη διαμορφώθηκε υπό το κράτος πλάνης, απάτης ή απειλής ή γενικότερα καταχρηστικής επιρροής, με το βάρος απόδειξης να φέρει εκείνος που αμφισβητεί τη διαθήκη. Στην πράξη, η απόδειξη αυτή είναι εξαιρετικά δυσχερής, ιδίως όταν πρόκειται για καταστάσεις εξάρτησης ηλικιωμένων ή ασθενών από τρίτα πρόσωπα.
Με το νέο πλαίσιο, θεσπίζεται ειδικός λόγος ακυρότητας για διατάξεις που καταλείπουν περιουσία σε πρόσωπα τα οποία:
- παρέχουν επαγγελματικά υπηρεσίες υγείας ή φροντίδας στον διαθέτη (ιατρούς, νοσηλευτές, προσωπικό μονάδων φροντίδας)
- συνδέονται με ιδρύματα στα οποία ο διαθέτης νοσηλεύεται ή διαμένει (νοσοκομεία, κλινικές, μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων),
εφόσον η διαθήκη συντάσσεται κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας ή της διαμονής σε τέτοια δομή ή σε συνθήκες εξάρτησης από τα πρόσωπα αυτά.
Η κρίσιμη τομή είναι ότι δεν απαιτείται πλέον πλήρης απόδειξη συγκεκριμένης πράξης επηρεασμού (π.χ. απάτης ή απειλής). Αρκεί η συνδρομή της σχέσης εξάρτησης και της χρονικής σύμπτωσης με τη σύνταξη της διαθήκης, με βάση αντικειμενικά στοιχεία (ιδιότητα ωφελούμενου και συνθήκες σύνταξης), με το βάρος να μετατίθεται ουσιαστικά υπέρ εκείνου που προσβάλλει τη διαθήκη, αφού περιορίζεται δραστικά η ανάγκη απόδειξης συγκεκριμένων πράξεων επιρροής.
Το σημαντικότερο όμως στοιχείο αλλαγής στις διαθήκες δεν βρίσκεται εντός των διατάξεων για τη διαθήκη καθαυτή, αλλά εκτός αυτών. Η διαθήκη παύει να αποτελεί το αποκλειστικό εργαλείο μεταβίβασης αιτία θανάτου, καθώς εισάγεται ο θεσμός της κληρονομικής σύμβασης. Αυτό σημαίνει ότι η διαθήκη, από μοναδικό μέσο, καθίσταται πλέον μία από τις εναλλακτικές.
- Τι ισχύει με τις κληρονομικές συμβάσεις;
Η εισαγωγή της κληρονομικής σύμβασης αποτελεί τη σημαντικότερη καινοτομία του νομοσχεδίου. Στο ισχύον δίκαιο, κάθε σύμβαση για την κληρονομία ζώντος είναι κατ’ αρχήν άκυρη, όμως νέο πλαίσιο ανατρέπει αυτή τη βασική αρχή.
Η κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου επιτρέπει στον κληρονομούμενο να δεσμευτεί συμβατικά ως προς τη μεταβίβαση της περιουσίας του, με δυνατότητες όπως να εγκαθιστά κληρονόμο, να συστήνει κληροδοσία ή καταπίστευμα και να ρυθμίζει τον τρόπο διανομής.
Το καίριο στοιχείο είναι η δεσμευτικότητα. Σε αντίθεση με τη διαθήκη, η σύμβαση δεν ανακαλείται μονομερώς, καθώς η κατάργηση ή τροποποίησή της απαιτεί συμφωνία των συμβαλλομένων. Η επιλογή αυτή μεταβάλλει ριζικά τη φύση της κληρονομικής διαδοχής, εισάγοντας στοιχεία συμβατικού δικαίου σε ένα πεδίο που μέχρι σήμερα κυριαρχούσε η μονομερής βούληση.
Επιπλέον, προβλέπεται δυνατότητα σύναψης σύμβασης έναντι αντιπαροχής εν ζωή. Στην περίπτωση αυτή, δημιουργείται ένα υβριδικό σχήμα που προσεγγίζει συμβάσεις τύπου «διατροφή έναντι μεταβίβασης», με ενσωμάτωση κανόνων υπαναχώρησης σε περίπτωση μη εκπλήρωσης.
Η κληρονομική σύμβαση δεν περιορίζει, κατ’ αρχήν, την ελευθερία διάθεσης εν ζωή. Ωστόσο, αν η διάθεση γίνεται καταχρηστικά εις βάρος του συμβαλλομένου, παρέχεται δικαίωμα διάρρηξης, κατά ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί καταδολίευσης δανειστών.
- Αναπροσαρμόζεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή και η νόμιμη μοίρα.
Μεγάλες αλλαγές επιφέρει το νέο νομοσχέδιο και στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η εξ αδιαθέτου διαδοχή και η νόμιμη μοίρα.
Πρώτον, στην εξ αδιαθέτου διαδοχή το νομοσχέδιο δεν αρκείται σε αναδιατύπωση του ισχύοντος συστήματος, αλλά ανασυντάσσει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κλήση των συγγενών και η μεταξύ τους διαδοχική θέση. Το σχέδιο νόμου αναδιαμορφώνει τον τρόπο λειτουργίας της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εισάγοντας ενιαίο και ρητά διατυπωμένο σύστημα διαδοχικής υποκατάστασης και αποκλεισμού, αντί της μέχρι σήμερα αποσπασματικής ρύθμισης. Συγκεκριμένα, προβλέπεται με σαφήνεια ότι όταν ένας από τους καλούμενους στην κληρονομία δεν κληρονομεί (λόγω αποποίησης, αναξιότητας, ανικανότητας ή στέρησης), η θέση του καταλαμβάνεται αυτομάτως από τους κατιόντες του, χωρίς να απαιτείται συνδυαστική εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων. Παράλληλα, καθορίζεται ρητά ότι η υποκατάσταση αυτή λειτουργεί κατά τρόπο ενιαίο σε όλο το σύστημα της διαδοχής, τόσο στην εξ αδιαθέτου όσο και στη νόμιμη μοίρα, αποκλείοντας φαινόμενα προσαύξησης εντός της ίδιας τάξης.
Επιπλέον, το νέο πλαίσιο αποσαφηνίζει τη λειτουργία της κλήσης όταν συντρέχουν περισσότεροι συγγενείς, προβλέποντας συγκεκριμένους κανόνες για την κατανομή των μερίδων και τη διαδοχή μεταξύ τάξεων, ώστε να αποφεύγονται ερμηνευτικά κενά. Ειδικότερα, ορίζεται ότι η διαδοχή εξελίσσεται με βάση ένα σαφές σύστημα διαδοχικών επιπέδων, στο οποίο η έκπτωση ή η αδυναμία ενός κληρονόμου δεν δημιουργεί εσωτερική ανακατανομή μεταξύ των λοιπών της ίδιας κατηγορίας, αλλά ενεργοποιεί τη μετάβαση στους επόμενους κατά σειρά δικαιούχους.
Ειδικά για τη διαδοχή στη νόμιμη μοίρα, το σχέδιο ορίζει ρητά ότι, αν ο μεριδούχος στερήθηκε ολικά ή μερικά τη νόμιμη μοίρα, παραιτήθηκε από την αξίωση αυτής ή εξέπεσε λόγω κληρονομικής ανικανότητας ή αναξιότητας, την αξίωση ασκούν εκείνοι που έρχονται στη θέση του κατά τη σειρά της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ενώ αποκλείεται η προσαύξηση μέσα στη νόμιμη μοίρα.
Η μεγαλύτερη τομή στη νόμιμη μοίρα, πάντως, είναι ότι αυτή αναδομείται περισσότερο ως αυτοτελής αξίωση προστασίας του μεριδούχου και λιγότερο ως άκαμπτος περιορισμός κάθε διάθεσης του κληρονομουμένου.
Η σημαντική διαφοροποίηση έγκειται στο ότι η νόμιμη μοίρα παύει να λειτουργεί κατεξοχήν ως άμεσος περιορισμός εμπράγματης φύσεως επί της κληρονομίας και αναδομείται ως ενοχική αξίωση του μεριδούχου για συμπλήρωση του νόμιμου ποσοστού του.
Στο νέο πλαίσιο, όταν η υπάρχουσα κληρονομία δεν επαρκεί για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας, ο μεριδούχος δεν οδηγείται πλέον πρωτίστως σε ακυρωτικές κατασκευές κατά των διατάξεων του διαθέτη, αλλά αποκτά αυτοτελή αξίωση κατά των δωρεοδόχων για την καταβολή του ποσού που απαιτείται ώστε να συμπληρωθεί η νόμιμη μοίρα του. Η αξίωση αυτή λειτουργεί ως ευθεία ενοχική αξίωση, η οποία ενεργοποιείται με βάση τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας και δεν εξαρτάται από την ακύρωση της διαθήκης ή των δωρεών στο σύνολό τους.
Παράλληλα, τίθεται ρητός κανόνας περιορισμού της ευθύνης του δωρεοδόχου που είναι και ο ίδιος μεριδούχος: υποχρεούται να αποδώσει μόνο το μέρος της παροχής που υπερβαίνει τη δική του νόμιμη μοίρα. Με τον τρόπο αυτό αποτρέπεται η διπλή επιβάρυνση του ίδιου προσώπου, δηλαδή να υποχρεωθεί αφενός να ικανοποιήσει τη δική του νόμιμη μοίρα και αφετέρου να επιστρέψει το σύνολο της ληφθείσας παροχής.
Η μετατόπιση αυτή ενισχύεται και σε επίπεδο εκτέλεσης. Η πρόβλεψη τίτλου από τον νόμο υπέρ των μεριδούχων και η καθιέρωση προνομίου υπέρ της νόμιμης μοίρας σημαίνουν ότι η σχετική αξίωση αποκτά ενισχυμένη θέση κατά την ικανοποίηση έναντι άλλων απαιτήσεων, χωρίς όμως να μετατρέπεται σε εμπράγματο δικαίωμα επί συγκεκριμένων στοιχείων της κληρονομίας.
- Η δημιουργία πέμπτης τάξης. Κληρονόμος θα θεωρείται και ο σύντροφος σε ελεύθερη ένωση.
Τέλος, μεγάλη τομή αποτελεί η δημιουργία πέμπτης τάξης, στην οποία κληρονομεί πλέον ο σύντροφος σε ελεύθερη ένωση. Ειδικότερα, πριν το Δημόσιο θα καλείται πλέον και ο σύντροφος που διέμενε σε σταθερή ένωση τουλάχιστον επί τρία έτη με τον θανόντα, εφόσον δεν καλείται στη διαδοχή σύζυγος.
Η διάταξη περιλαμβάνει την οικογενειακή στέγη και το εξαίρετο, όμως αν δεν υπάρχουν άλλοι κληρονόμοι, ο σύντροφος μπορεί να καταστεί κληρονόμος όλης της κληρονομίας. Για να καταστεί αυτό δυνατό θεμοσθετείται νέα διαδικασία στο δικαστήριο της κληρονομίας, όπου κρίνονται τα πραγματικά περιστατικά της σταθερής συμβίωσης επί τρία έτη και διαπιστώνεται το κληρονομικό δικαίωμα.
- Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις των συγκληρονόμων;
Το σχέδιο νόμου επαναδομεί τους κανόνες που διέπουν τη σχέση των συγκληρονόμων, εισάγοντας σαφές και ενιαίο σύστημα κατανομής μερίδων και διαχείρισης της κοινωνίας της κληρονομίας, με συγκεκριμένες λύσεις για τα κρίσιμα σημεία όπου στην πράξη ανακύπτουν διαφορές.
Καταρχάς, καθορίζεται ρητά ο τρόπος αντιμετώπισης των περιπτώσεων όπου οι εγκαταστάσεις κληρονόμων είτε δεν εξαντλούν είτε υπερβαίνουν τον κλήρο. Προβλέπεται μηχανισμός μείωσης ή συμπλήρωσης των μερίδων, ώστε να αποκαθίσταται η αναλογία χωρίς να απαιτείται ερμηνευτική ανακατασκευή του συνόλου της διαθήκης. Παράλληλα, η προσαύξηση δεν λειτουργεί πλέον ως “αυτόματη” εσωτερική ανακατανομή μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων, αλλά εντάσσεται σε ενιαίο σύστημα διαδοχικής κατανομής, το οποίο καθορίζει εκ των προτέρων ποιος λαμβάνει το κενό που δημιουργείται.
Επιπλέον, ρυθμίζονται με σαφήνεια οι περιπτώσεις υποκατάστασης και κοινών μερίδων, με πρόβλεψη για το πώς κατανέμεται η μερίδα όταν υπεισέρχονται περισσότεροι στη θέση ενός κληρονόμου ή όταν η εγκατάσταση αφορά περισσότερα πρόσωπα χωρίς ακριβή προσδιορισμό ποσοστών. Το σχέδιο καθιερώνει συγκεκριμένους κανόνες επιμερισμού, ώστε να αποφεύγονται αμφισβητήσεις ως προς το αν οι συγκληρονόμοι συμμετέχουν κατ’ ίσα μέρη ή κατά διαφορετική αναλογία.
Ως προς τη διανομή, το σχέδιο διατηρεί το δικαίωμα κάθε συγκληρονόμου να ζητήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας, αλλά πλέον καθορίζει πιο συγκεκριμένα πώς ακριβώς γίνεται αυτή η διανομή στην πράξη.
Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι:
- η διανομή γίνεται κατά προτεραιότητα με αυτούσια απόδοση των αντικειμένων της κληρονομίας σε κάθε συγκληρονόμο, ανάλογα με τη μερίδα του.
- όταν αυτό δεν είναι εφικτό (π.χ. ένα ακίνητο δεν μπορεί να διαιρεθεί), τίθενται κανόνες για το πώς γίνεται η αποτίμηση και πώς κατανέμεται η αξία (π.χ. με καταβολή χρηματικής διαφοράς από εκείνον που λαμβάνει το πράγμα).
- και ρυθμίζεται εκ των προτέρων ο τρόπος κάλυψης διαφορών μεταξύ μεριδίων, ώστε να αποφεύγονται διαφωνίες για το ποιος έλαβε περισσότερα.
Περιορισμός ευθύνης κληρονόμου για χρέη και δικαστική εκκαθάριση κληρονομίας
Η μεταρρύθμιση του κληρονομικού δικαίου επεμβαίνει καίρια στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα χρέη της κληρονομίας, μεταβάλλοντας ουσιαστικά τη θέση του κληρονόμου απέναντι στους πιστωτές.
Η βασική επιλογή του νομοσχεδίου είναι ότι η ικανοποίηση των απαιτήσεων δεν συνδέεται πλέον άμεσα και εξαρχής με την προσωπική ευθύνη του κληρονόμου, αλλά οργανώνεται μέσα από έναν θεσμικά δομημένο μηχανισμό: τη δικαστική εκκαθάριση.
Στο ισχύον δίκαιο, η δικαστική εκκαθάριση αποτελεί ειδική διαδικασία, η οποία ενεργοποιείται κατόπιν αίτησης και οδηγεί στον διαχωρισμό της κληρονομίας ως αυτοτελούς περιουσιακής ομάδας. Το νομοσχέδιο επιχειρεί να αναβαθμίσει τον θεσμό, τόσο σε επίπεδο λειτουργίας όσο και σε επίπεδο σημασίας.
Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι η εκκαθάριση μπορεί να χρησιμοποιείται συστηματικά ως μηχανισμός διαχείρισης της κληρονομίας όταν υπάρχουν χρέη, με αποτέλεσμα η κληρονομία να αντιμετωπίζεται στην πράξη ως αυτοτελής περιουσιακή ομάδα, διαχωρισμένη από την προσωπική περιουσία του κληρονόμου, οπότε η ικανοποίηση των πιστωτών γίνεται μέσα από οργανωμένη διαδικασία, με προκαθορισμένη σειρά.
Το πιο κρίσιμο σημείο είναι ότι η εκκαθάριση συνδέεται πλέον άμεσα με την ευθύνη του κληρονόμου. Δηλαδή, αντί ο κληρονόμος να εκτίθεται άμεσα στους πιστωτές της κληρονομίας, προηγείται η εκκαθάριση, μέσα από την οποία:
- καταγράφονται τα χρέη,
- ρευστοποιείται η περιουσία εφόσον απαιτείται,
- και ικανοποιούνται οι πιστωτές με συγκεκριμένη σειρά.
Η πρακτική συνέπεια της ρύθμισης αυτής είναι ότι η ευθύνη του κληρονόμου αποσυνδέεται από την άμεση και απεριόριστη έκθεση έναντι των δανειστών της κληρονομίας και εντάσσεται σε μια προηγούμενη, οργανωμένη διαδικασία αποτίμησης και ικανοποίησης των υποχρεώσεων. Έτσι, η εκκαθάριση λειτουργεί ως φίλτρο μεταξύ κληρονομίας και προσωπικής περιουσίας, μετατρέποντας τη διαχείριση των χρεών από ατομικό κίνδυνο του κληρονόμου σε θεσμικά ελεγχόμενη διαδικασία.
Πηγή: Νομική Βιβλιοθήκη
Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος
natalianeratzakh@outlook.com