Επειδή, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (εφεξής «Κ.Δ.Δ.»), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2717/1999 (Α΄97), ορίζει, στο άρθρο 27 παρ. 1 ότι: «Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι εκπρόσωποί τους διενεργούν τις διαδικαστικές πράξεις και παρίστανται κατά τη συζήτηση με δικαστικούς πληρεξουσίους» και στο άρθρο 28 ότι: «1. Για τις πράξεις της προδικασίας θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, εφόσον είτε επακολουθήσει η νομιμοποίηση δικαστικού πληρεξουσίου είτε εμφανισθεί στο ακροατήριο ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπός του και δηλώσει ότι εγκρίνει τη διενέργειά τους. 2. Αν, ως την πρώτη συζήτηση, δεν έχουν υποβληθεί τα στοιχεία της νομιμοποίησης ή αυτά που έχουν υποβληθεί δεν είναι πλήρη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου του νομίμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου ή του εμφανιζόμενου ως δικαστικού πληρεξουσίου του, είτε αναβάλλει τη συζήτηση είτε προχωρεί σε αυτή χορηγώντας εύλογη προθεσμία για την υποβολή τους. 3. Αν, κατά τη διάσκεψη, διαπιστωθεί ότι τα κατά νόμο στοιχεία της νομιμοποίησης έχουν μεν υποβληθεί όλα, είτε εξαρχής είτε ύστερα από τη χορήγηση της κατά την προηγούμενη παράγραφο προθεσμίας, πλην αυτά παρουσιάζουν ελλείψεις, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με πράξη του, καλεί τον εμφανιζόμενο ως δικαστικό πληρεξούσιο να τα συμπληρώσει, μέσα σε τασσόμενη από αυτόν ανατρεπτική προθεσμία. … 5. Αν ο δικαστικός πληρεξούσιος του διαδίκου τελικώς δεν νομιμοποιηθεί, οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν από αυτόν είναι αυτοδικαίως άκυρες και το σχετικό ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίπτεται. 6. […]».
Εξάλλου, στο άρθρο 30 ορίζει ότι: «1. Δικαστικοί πληρεξούσιοι των λοιπών, πλην του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διαδίκων ορίζονται δικηγόροι, σύμφωνα με το Δικηγορικό Κώδικα. […] 2. Η, κατά την προηγούμενη παράγραφο, δικαστική πληρεξουσιότητα παρέχεται: α) με προφορική δήλωση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του, στο ακροατήριο, η οποία και καταχωρείται στα πρακτικά, ή β) με συμβολαιογραφική πράξη ή με ιδιωτικό έγγραφο, οπότε όμως απαιτείται η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου, ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του, από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή. […]. 3. Η δικαστική πληρεξουσιότητα προς τους κατά την πρώτη περίοδο της παρ. 1 δικαστικούς πληρεξουσίους θεωρείται ότι έχει παρασχεθεί με μόνη τη συνυπογραφή, από το διάδικο, ή το νόμιμο αντιπρόσωπο ή τον εκπρόσωπό του, κατά περίπτωση, του δικογράφου του ένδικου βοηθήματος ή μέσου […] 7. Ο δικαστικός πληρεξούσιος, αν η κατοικία του ή ο χώρος της εργασίας του βρίσκεται στην έδρα του δικαστηρίου, είναι και αντίκλητος του διαδίκου», στο άρθρο 32 ότι: «1. Η δικαστική πληρεξουσιότητα παύει: α) … β) … γ) με την ανάκληση της πληρεξουσιότητας ή την παραίτηση του πληρεξουσίου από αυτήν δ) με την παραίτηση, την παύση ή την έκπτωση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικηγορικό λειτούργημα. 2. Η ανάκληση της πληρεξουσιότητας, καθώς και η παραίτηση του δικαστικού πληρεξουσίου από αυτήν, γίνονται είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρείται στα πρακτικά και ισχύει έναντι όλων, είτε με έγγραφη δήλωση, η οποία κοινοποιείται, με δικαστικό επιμελητή, στον πληρεξούσιο ή στον εντολέα, κατά περίπτωση, καθώς και σε όλους τους διαδίκους, και στη συνέχεια κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου μαζί με τα αποδεικτικά των κοινοποιήσεων, από τότε δε και ισχύει έναντι όλων. 3. …», στην παράγραφο 1 του άρθρου 50 ότι «Οι επιδόσεις προς τους ιδιώτες διενεργούνται στην κατοικία ή στο χώρο της εργασίας, κατά περίπτωση, προσωπικώς στους ίδιους ή στους νόμιμους αντιπροσώπους ή στους εκπροσώπους ή στους δικαστικούς πληρεξουσίους ή στους αντικλήτους τους … .» και στο άρθρο 58 ότι: «1 … 4. Όλες οι επιδόσεις μπορούν να γίνουν στον αντίκλητο του διαδίκου, ακόμη και όταν ο διάδικος κατοικεί ή εργάζεται στην έδρα του δικαστηρίου.». Τέλος, στο άρθρο 35 ορίζεται ότι: «Το Δικαστήριο ελέγχει και αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων».
Επειδή, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, προκειμένου να χωρήσει νομίμως η συζήτηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον τακτικού διοικητικού δικαστηρίου, στο οποίο ως αρμόδιο παραπέμφθηκε το ένδικο βοήθημα από αναρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 12 του Κ.Δ.Δ. [βλ. και άρθρο 34 ν. 1968/1991 (ΦΕΚ Α’ 150)], απαιτείται, σε περίπτωση μη παράστασης κάποιου από τους διαδίκους κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης, να διαπιστώνεται ότι, με τη φροντίδα της γραμματείας του Δικαστηρίου, είχε νομίμως επιδοθεί, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο (βλ. άρθρο 128 του Κ.Δ.Δ.), στο διάδικο που απουσιάζει, η κλήση για να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Η δε κλήση του ασκούντος το ένδικο βοήθημα διαδίκου, για να παρασταθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, νομίμως επιδίδεται είτε στον ίδιο το διάδικο είτε στον υπογράφοντα το δικόγραφο του ενδίκου βοηθήματος δικηγόρο ή τον ορισθέντα αντίκλητο (πρβλ. ΣτΕ 3636/2003, 15/2002, 1115/2000κ.α.).
Επειδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το υπό κρίση δικόγραφο κατετέθη ηλεκτρονικώς στο Συμβούλιο της Επικρατείας από τον δικηγόρο ………….. (σχετ. το ευρισκόμενο εντός της δικογραφίας ηλεκτρονικώς υπογεγραμμένο από τον Γραμματέα του ΣτΕ ……………….. αποδεικτικό κατάθεσης δικογράφου, στο οποίο ως υπογράφων δικηγόρος αναφέρεται ο προμνησθείς).
Κατόπιν έκδοσης της 99/2021 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, η υπόθεση κατά το μέρος που αποτελεί αγωγή παραπέμφθηκε προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου λόγω αρμοδιότητάς του, ενώ, αντίγραφο της ως άνω απόφασης επιδόθηκε αυτοπροσώπως στην ενάγουσα (σχετ. το από 12.1.2022 αποδεικτικό επίδοσης του αστυνομικού υπαλλήλου ……….). Η ενάγουσα κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο με κλήση που παρελήφθη από τον ως άνω δικηγόρο ……………. (βλ. σχετ. το από 9.3.2022 αποδεικτικό κλήσης της Επιμελήτριας Δικαστηρίων ………………., καθώς και την με αριθ. ………………….. πράξη ορισμού δικασίμου της Προϊσταμένης Προέδρου του Δικαστηρίου), για τον οποίο δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι έχει παύσει η σχέση πληρεξουσιότητας ή αντικλήτου με την ενάγουσα, με την, σε κάθε περίπτωση, τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 32 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. (βλ. μεταξύ άλλων τις Σ.τ.Ε. 3465/2014, σκ. 5 και Δ.Ε. Πειρ. 2457/2022, σκ.4).
Όμως, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο στην παρούσα δικάσιμο, η ενάγουσα δεν παρέστη με πληρεξούσιο δικηγόρο(βλ. σχετικά τα από 24.11.2022 πρακτικά Δημόσιας Συνεδρίασης). Ούτε, περαιτέρω, προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο περί παροχής σχετικής πληρεξουσιότητας προς τον ως άνω ή άλλο δικηγόρο για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με το εύλογο ενδιαφέρον της ενάγουσας για την παρακολούθηση της πορείας της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτή δεν νομιμοποίησε με κάποιον από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 30 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας τρόπους, τον προμνησθέντα δικηγόρο και για το λόγο αυτό, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο, κρίνει ότι η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ’ άρθρο 28 παρ.5 του Κ.Δ.Δ..Τέλος, δεν διαλαμβάνεται κρίση για τα δικαστικά έξοδα, ελλείψει αιτήματος του εναγομένου (άρθρο 275 παρ.7 του Κ.Δ.Δ.).
Πηγή: Αριθμός Απόφασης Α143/2023,Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου, ΤΜΗΜΑ 2Ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ
Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, Δικηγόρος
Δημοσιεύθηκε στις 07.03.2026