• natalianeratzakh@outlook.com
  • 6984045886
  • 2622026681

Έννοια νομιμοποίησης των διαδίκων. Τι πρέπει να επικαλείται ο ενάγων για την θεμελίωση της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την παροχή έννομης προστασίας απαιτείται, εκτός από το έννομο συμφέρον, η νομιμοποίηση των διαδίκων, η ύπαρξη δηλαδή δικαιώματος υπερασπίσεως της υποθέσεως στην οποία δικάζεται κάποιος ως ενάγων και γενικά ως αιτούμενος έννομη προστασία (ενεργητική νομιμοποίηση) ή ως εναγόμενος (παθητική νομιμοποίηση) ή εξουσία διεξαγωγής της δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, η οποία (νομιμοποίηση), που καθορίζεται από τον εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο), σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν συμπίπτει με το υποκείμενο του επίδικου δικαιώματος, ως είναι οι καλούμενοι μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι. Επίσης, η ως άνω νομιμοποίηση αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης η οποία εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και κατά συνέπεια η έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Έτσι, ενόψει της φύσης της νομιμοποίησης ως διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης, η εκ μέρους του εναγόμενου αμφισβήτηση των περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων για τη θεμελίωση της νομιμοποίησης, αν και έχει συνήθως την μορφή ένστασης, αποτελεί στην πραγματικότητα άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος και φέρει το σχετικό βάρος της απόδειξης, αφού η νομιμοποίηση συμπίπτει καταρχήν, όπως προαναφέρθηκε, με την ιδιότητα του υποκειμένου της επίδικης έννομης σχέσης του ουσιαστικού δικαίου και, κατά συνέπεια, η απόδειξή της συμπίπτει με την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής. Επομένως, σε περίπτωση μη απόδειξης των περί νομιμοποιήσεως περιστατικών, η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη λόγω έλλειψης (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησής, κατά το δικονομικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο «μη αποδεικνύοντος του φέροντος το βάρος της αποδείξεως, απορρίπτεται η αγωγή (ή η ένσταση)». Πάντως, τα θεμελιωτικά, στοιχεία της νομιμοποίησης, ενεργητικής και παθητικής, πρέπει ν’ αναγράφονται στο δικόγραφο της αγωγής, για να προκύπτει ο σύνδεσμος του ενάγοντος και του εναγόμενου προς την επίδικη έννομη σχέση, γιατί ο ισχυρισμός για τη νομιμοποίηση αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, η δε συνέπεια της παράλειψης αναφοράς των στοιχείων νομιμοποίησης στο δικόγραφο της αγωγής είναι το απαράδεκτο αυτής λόγω αοριστίας. Ως εκ τούτου για το ορισμένο της αγωγής αρκεί, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται αναληθής, οπότε η αγωγή θα απορριφθεί ως αβάσιμη (ΑΠ 380/2017, ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 1736/2017, ΑΠ 2136/2014, ΑΠ 1595/2014, ΑΠ 1718/2012, ΕφΑθ 215/2019 και ΜΕφΑιγ 67/2020, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος).

Περαιτέρω, η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004, ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 360/2012 ΤΝΠ Νόμος). Συνεπώς, η αγωγή θεωρείται ορισμένη, όταν η ιστορική της βάση τεκμηριώνεται με όλα τα ουσιώδη γεγονότα, δηλαδή με εκείνες τις προϋποθέσεις, από τις οποίες απορρέει η αιτούμενη έννομη συνέπεια. Αντίθετα, όσα γεγονότα δεν θεμελιώνουν το αγωγικό αίτημα, δεν ανήκουν στην ιστορική βάση της αγωγής, ούτε φέρει ο ενάγων το βάρος της επίκλησής τους. Η αγωγή είναι αόριστη μόνον, όταν ο ενάγων δεν επικαλεστεί, στο εισαγωγικό δικόγραφο, τα ουσιώδη γεγονότα της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 265/2015 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη – περίπτωση, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, με αίτημα την καταβολή αποζημίωσης λόγω περιουσιακής και ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα, εξαιτίας φθορών του ακινήτου της, περιέχονται για το ορισμένο αυτής, όπως προαναφέρθηκε, όλα τα απαιτούμενα περιστατικά προς θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας προς άσκηση αυτής κατά της εναγόμενης, αφού εκτίθεται η κυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, το δικαίωμα οίκησης της εναγόμενης και ο τρόπος σύστασής του. Κατόπιν τούτου ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα – εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δεν αναφέρει στην ένδικη αγωγή της τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ενεργητική της νομιμοποίηση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ναταλία Κ. Νεραντζακη, δικηγόρος r

ΘΕΜΑ: Έννοια νομιμοποίησης των διαδίκων. Τι πρέπει να επικαλείται ο ενάγων για την θεμελίωση της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την παροχή έννομης προστασίας απαιτείται, εκτός από το έννομο συμφέρον, η νομιμοποίηση των διαδίκων, η ύπαρξη δηλαδή δικαιώματος υπερασπίσεως της υποθέσεως στην οποία δικάζεται κάποιος ως ενάγων και γενικά ως αιτούμενος έννομη προστασία (ενεργητική νομιμοποίηση) ή ως εναγόμενος (παθητική νομιμοποίηση) ή εξουσία διεξαγωγής της δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, η οποία (νομιμοποίηση), που καθορίζεται από τον εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο), σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν συμπίπτει με το υποκείμενο του επίδικου δικαιώματος, ως είναι οι καλούμενοι μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι. Επίσης, η ως άνω νομιμοποίηση αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης η οποία εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και κατά συνέπεια η έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Έτσι, ενόψει της φύσης της νομιμοποίησης ως διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης, η εκ μέρους του εναγόμενου αμφισβήτηση των περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων για τη θεμελίωση της νομιμοποίησης, αν και έχει συνήθως την μορφή ένστασης, αποτελεί στην πραγματικότητα άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος και φέρει το σχετικό βάρος της απόδειξης, αφού η νομιμοποίηση συμπίπτει καταρχήν, όπως προαναφέρθηκε, με την ιδιότητα του υποκειμένου της επίδικης έννομης σχέσης του ουσιαστικού δικαίου και, κατά συνέπεια, η απόδειξή της συμπίπτει με την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής. Επομένως, σε περίπτωση μη απόδειξης των περί νομιμοποιήσεως περιστατικών, η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη λόγω έλλειψης (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησής, κατά το δικονομικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο «μη αποδεικνύοντος του φέροντος το βάρος της αποδείξεως, απορρίπτεται η αγωγή (ή η ένσταση)». Πάντως, τα θεμελιωτικά, στοιχεία της νομιμοποίησης, ενεργητικής και παθητικής, πρέπει ν’ αναγράφονται στο δικόγραφο της αγωγής, για να προκύπτει ο σύνδεσμος του ενάγοντος και του εναγόμενου προς την επίδικη έννομη σχέση, γιατί ο ισχυρισμός για τη νομιμοποίηση αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, η δε συνέπεια της παράλειψης αναφοράς των στοιχείων νομιμοποίησης στο δικόγραφο της αγωγής είναι το απαράδεκτο αυτής λόγω αοριστίας. Ως εκ τούτου για το ορισμένο της αγωγής αρκεί, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται αναληθής, οπότε η αγωγή θα απορριφθεί ως αβάσιμη (ΑΠ 380/2017, ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 1736/2017, ΑΠ 2136/2014, ΑΠ 1595/2014, ΑΠ 1718/2012, ΕφΑθ 215/2019 και ΜΕφΑιγ 67/2020, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος).

Περαιτέρω, η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004, ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 360/2012 ΤΝΠ Νόμος). Συνεπώς, η αγωγή θεωρείται ορισμένη, όταν η ιστορική της βάση τεκμηριώνεται με όλα τα ουσιώδη γεγονότα, δηλαδή με εκείνες τις προϋποθέσεις, από τις οποίες απορρέει η αιτούμενη έννομη συνέπεια. Αντίθετα, όσα γεγονότα δεν θεμελιώνουν το αγωγικό αίτημα, δεν ανήκουν στην ιστορική βάση της αγωγής, ούτε φέρει ο ενάγων το βάρος της επίκλησής τους. Η αγωγή είναι αόριστη μόνον, όταν ο ενάγων δεν επικαλεστεί, στο εισαγωγικό δικόγραφο, τα ουσιώδη γεγονότα της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 265/2015 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη – περίπτωση, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, με αίτημα την καταβολή αποζημίωσης λόγω περιουσιακής και ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα, εξαιτίας φθορών του ακινήτου της, περιέχονται για το ορισμένο αυτής, όπως προαναφέρθηκε, όλα τα απαιτούμενα περιστατικά προς θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας προς άσκηση αυτής κατά της εναγόμενης, αφού εκτίθεται η κυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, το δικαίωμα οίκησης της εναγόμενης και ο τρόπος σύστασής του. Κατόπιν τούτου ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα – εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δεν αναφέρει στην ένδικη αγωγή της τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ενεργητική της νομιμοποίηση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ναταλία Κ. Νεραντζακη, δικηγόρος, εξειδικευμένη στο Φορολογικό Δίκαιο.

natalianeratzakh@outlook.com