• natalianeratzakh@outlook.com
  • 6984045886
  • 2622026681

Έκδοση ακάλυπτων επιταγών.Προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης για απαιτήσεις από αδικοπραξία.

 

Εισαγωγικά: Η προσωπική κράτηση δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Η διαταγή της εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και η σχετική κρίση του δεν ελέγχεται αναιρετικά. Υπόκειται όμως σε αναιρετικό έλεγχο η κρίση του ως προς τη διάρκεια της προσωποκράτησης εφόσον παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (Άρθρα 1047 Παρασκευή. 1 ΚΠολΔ, 1049, 559 αρ. 1, 19, 11 ν. 2462/1997)

Επειδή κατά το άρθρο 1047 § 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση “μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες”. Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997 και κατά το οποίο: “Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση”. Η διάταξη αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικής παράβασης (ΑΠ 1353/2011, ΑΠ 1160/2004). Εξάλλου, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (πρβλ. ΟλΑΠ 1/2009, ΑΠ 29/2020). Συνεπώς σε περίπτωση αδικοπραξίας σύμφωνα με το προμνημονευθέν άρθρο (1047 παρ. 1 ΚΠολΔ) παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του υπόχρεου, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση της απ` αυτή απορρέουσας απαίτησης, καθορίζοντας και τη χρονική της διάρκεια, μέσα στα όρια του ως άνω άρθρου, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, το πταίσμα του υπόχρεου, τη φερεγγυότητα αυτού, την τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαιούχου και τις λοιπές εν γένει περιστάσεις. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1049 ΚΠολΔ αν αποδείχθηκε αδικοπραξία, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται να διατάξει ή όχι προσωπική κράτηση. Η κρίση δε αυτή δεν υπόκειται κατ` αρχήν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 76/2008, ΑΠ 546/2011, ΑΠ 788/1993), αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΑΠ 785/2018), πλην όμως συνιστά λόγο αναιρέσεως η υπό του δικαστηρίου χρήση απρόσφορων στοιχείων η κριτηρίων, κειμένων εκτός του σκοπού της προσωπικής κρατήσεως (ΑΠ 1138/2019, ΑΠ 361/2016, ΑΠ 554/2007). Τέλος σημειώνεται ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔαναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (πρβλ. ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 785/2018).

 

Πηγή: ΑΠ 1460,2022 (Α2 Τμήμα, Πολιτικό)

 

Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος

 

natalianeratzakh@outlook.com

 

Δημοσιεύθηκε στις 08.03.2026