• natalianeratzakh@outlook.com
  • 6984045886
  • 2622026681

Εμπρόθεσμο των λόγων ανακοπής στο πλαίσιο της αρχή της συγκέντρωσης αυτών στην αναγκαστική εκτέλεση.

Σύμφωνα με το άρθρο 934 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. A’ 87/23-7-2015 με έναρξη ισχύος την 1/1/2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 Ν. 4335/2015): «1. Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την απαίτηση ή σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον καθ` ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής β) Αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης».

Συνεπώς, το άρθρο 934 παρ. 1αρ. α KΠολΔ. όπως αντικαταστάθηκε ανωτέρω, προβλέπει μία ενιαία προθεσμία για όλους τους λόγους ανακοπής που υπάγονταν προηγουμένως στο (παλαιό) άρθρο 934 παρ. 1 αρ. α και β και συνεπώς, όλους τους λόγους ανακοπής που βάλλουν κατά των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας έως και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας εκθέσεως, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους ως πράξεων της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως όπως και τους λόγους που αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, αν και δεν περιλαμβάνονται στην γραμματική διατύπωση του άρθρου και στην απαίτηση. Εξάλλου, η προσήκουσα κάθε φορά προθεσμία που πρέπει να τηρήσει ο εκάστοτε ανακόπτων κρίνεται και υπό την νέα μορφή του άρθρου 934 KΠολΔ, όχι από το αίτημα της ανακοπής του, δηλαδή από την πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλει αυτός, αλλά από τους λόγους που προτείνει με την ανακοπή του, δηλαδή από τα ιστορούμενα σε αυτήν ελαττώματα, τα οποία πρέπει να αναφέρονται ευθέως και αμέσως στο κύρος της προσβαλλόμενης με την ανακοπή πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 1107/2003, ΕλλΔνη 46 (2005), 107, ΕφΘεσ 411/2009 ΕΠολΔ 2009.698, ΕφΙωαν 129/2006 NoΒ 55 (2007), 2127, Πελαγία Γέσιου- Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης Γενικό Μέρος εκδ. 2017 σελ.692).

Εξάλλου, κριτήριο του εμπροθέσμου της ανακοπής αποτελεί ο προβαλλόμενος λόγος, ήτοι η πράξη όπου ενυπάρχει το επικαλούμενο ελάττωμα και όχι το αίτημά της, δηλαδή οι επόμενες πράξεις των οποίων ζητείται η ακύρωση (ΑΠ 1898/2011, ΑΠ 37/2009, δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). Αν κάποια πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν προσβληθεί μέσα στην προσήκουσα, κατά τα παραπάνω, προθεσμία, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της, γεγονός που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, κατά τα παραπάνω, (άρθρ. 161 KΠολΔ) – από το Δικαστήριο, που κρίνει τη σχετική ανακοπή, με αποτέλεσμα η πράξη να θεωρείται έγκυρη και ισχυρή και το ελάττωμά της να μην μπορεί να προβληθεί μεταγενέστερα, ούτε να μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 1371/2013, ΑΠ 37/2009, ΑΠ 93/2001 και 1784/1998, αμφότερες στο Σύστημα Νομικών Πληροφοριών του Δ.Σ.Α., Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεση, έκδ. β, παρ. 149. σελ. 395, Φραγκίστα-Γέσιου/Φάλτσή, έκδ. 1998 Αναγκαστική Εκτέλεση I, παρ. 40, σελ. 203).

Συνεπώς, η ανακοπή που περιέχει λόγους ακυρότητας που θίγουν αμέσως τις προγενέστερες του πλειστηριασμού πράξεις της εκτέλεσης και εμμέσως μόνο την πράξη του πλειστηριασμού, ως τελευταία πράξη της εκτέλεσης, πρέπει να ασκηθεί μέσα στην ανωτέρω προθεσμία του άρθρου 934 § 1 περ. α’ KΠολΔ, μόνο δε μετά την τελεσίδικη παραδοχή της και την ακύρωση των προγενεστέρων αυτών πράξεων της εκτέλεσης, η οποία ακύρωση επιδρά ακυρωτικά και επί του πλειστηριασμού, μπορεί να προσβληθεί παραδεκτώς για το λόγο αυτόν ο πλειστηριασμός μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1 περ. β και 2 του KΠολΔ.

Η νέα διαδικαστική δομή της 1 ανακοπής του άρθρου 933, επέβαλε και την τροποποίηση του άρθρου 934, ώστε τα στάδια προσβολής των πράξεων εκτέλεσης και προβολής των ελαττωμάτων τους να περιοριστούν από τρία σε δύο. Έτσι, όλες οι ανακοπές που αφορούν ενδεχόμενες πλημμέλειες που εντοπίζονται στο χρονικό πλαίσιο από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, που συντελούνται από την προδικασία της επιταγής (924), την εντολή προς εκτέλεση (927) και την κατάσχεση (954, 955, 992, 995) ή και την προδικασία του πλειστηριασμού (ιδίως 999), πρέπει να ασκηθούν μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία της κατάσχεσης. (ΕφΑιγ80/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. Απαλαγάκη Χ., Συστηματική παρουσίαση των Βασικών τροποποιήσεων του KΠολΔ από το Ν 4335/2015, εκδ. 2016, σελ. 50, Μακρίδου Κ./Απαλαγάκη Χ./Διαμαντόπουλος Γ., Πολιτική Δικονομία-θεωρία-Νομολογία-Υποδείγματα, εκδ. 2016, σελ. 35).

Επιπλέον, ο δικονομικός νομοθέτης μετέφερε το αξίωμα του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι και στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης με την θέσπιση του άρθρ. 935 ΚΠολΔ. Ο αποκλεισμός των μη προβληθέντων, πλην υφιστάμενων στην πρώτη δίκη λόγων ανακοπής αποκλείεται μεν μέσω της διάταξης του άρθρ. 330 ΚΠολΔ επιτυγχάνεται όμως μέσω της διάταξης του άρθρ. 935 ΚΠολΔ. Το άρθρο 935 ΚΠολΔ συνδέθηκε λειτουργικά με την ανακοπή κατά της εκτέλεσης του άρθρ. 933 ΚΠολΔ. Η εν λόγω διάταξη ορίζει, ότι λόγοι ανακοπής που είναι γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρ. 933 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη, όπου ανακύπτει δηλαδή ως κύριο ή προδικαστικό ζήτημα το κύρος συγκεκριμένης πράξης της εκτέλεσης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 935 ΚΠολΔ «Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933, είναι απαράδεκτοι, όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτέλεσης».

Μετά την αντικατάσταση του ως άνω άρθρου με το άρθρ. 19 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η διατύπωσή του έχει ως εξής: «Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρ. 933 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης».

Το απαράδεκτο της διάταξης του άρθρ. 935 ΚΠολΔ πριν από την αντικατάστασή της είχε θεωρηθεί ότι λειτουργούσε μόνο αν στη μεταγενέστερη δίκη κρινόταν το ζήτημα του κύρους της ίδιας της διαδικαστικής πράξης της εκτέλεσης. Η στενή αυτή ερμηνεία είχε κατακριθεί, ως τελολογικώς δε επιδοκιμαστέα εθωρείτο η λειτουργία του άρθρ. 935 ΚΠολΔ κατά την αποδιδόμενη πλέον νομοθετική της διατύπωση. Γίνεται πλέον και νομοθετικά δεκτό ότι οι λόγοι ανακοπής που είναι γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στην επί της ανακοπής δίκη κατά τους ορισμούς του άρθρ. 933 ΚΠολΔ απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, αν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη, όπου τίθεται ζήτημα κύρους της ίδιας πράξης, που προσβλήθηκε με την αρχική ανακοπή ή άλλης πράξης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, έστω και αν υπάρχει η προθεσμία από το άρθρ. 934 ΚΠολΔ για την εμπρόθεσμη προβολή τους.

Δεδομένου ότι το κατ’ άρθρ. 935 ΚΠολΔ απαράδεκτο καλύπτει με τη νέα ρύθμιση και την προσβολή των επόμενων της προσβληθείσας πράξεων εκτέλεσης για τους προϋπάρχοντες λόγους, το κύρος της εκτελεστικής διαδικασίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εφεξής από τον ίδιο ανακόπτοντα για τους λόγους αυτούς.

Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης που σκοπεί στην ταχεία εκκαθάριση της διαδικασίας της εκτέλεσης από αμφισβητήσεις για το κύρος της και στην ασφάλεια των συναλλαγών, εφόσον ασκήθηκε ανακοπή εναντίον ορισμένης πράξης της διαδικασίας της εκτέλεσης, πρέπει με το κύριο αυτής δικόγραφο ή των πρόσθετων λόγων να προταθούν όλοι οι λόγοι που ήσαν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το κύρος οποιασδήποτε πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης που έχει προσβληθεί με ανακοπή, η οποία ασκήθηκε κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εκ νέου από εκείνον που έχει ασκήσει την ανακοπή και να τεθεί σε νέα κύρια ή παρεμπίπτουσα κρίση, για λόγους που ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν στην προγενέστερη δίκη της ανακοπής, οι οποίοι είναι απαράδεκτοι, χωρίς έτσι να αποκλείονται οι οψιγενείς λόγοι, εφόσον είναι εμπρόθεσμοι κατά το άρθρο 934 ΚΠολΔ.

Και αν ακόμη υπάρχει προθεσμία από το άρθρο 934 ΚΠολΔ για την άσκηση νέας ανακοπής, δεν μπορεί να προταθούν οι λόγοι ανακοπής που είχαν γεννηθεί και μπορούσαν να προταθούν με την προηγούμενη ανακοπή.

Επίσης σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει θέμα κύρους ορισμένης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας κατά της οποίας (πράξης), έχει ήδη ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, δεν είναι δυνατόν να προταθούν νέοι λόγοι ακυρότητας, πολύ δε περισσότερο δεν μπορούν με νέα ανακοπή να εισαχθούν λόγοι ακυρότητας της ίδιας πράξης εκτέλεσης που έχουν εισαχθεί με προηγούμενη ανακοπή του ίδιου ανακόπτοντος και ανεξάρτητα από την περάτωση (τελεσίδικη ή όχι) της δίκης που ανοίχθηκε με την προηγούμενη αυτή ανακοπή. Το θεσπιζόμενο με την εν λόγω διάταξη απαράδεκτο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ισχύει ανεξαρτήτως, αν οι λόγοι ανακοπής αφορούν στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση και προβλέπεται ανεξάρτητα από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 330 ΚΠολΔ, δεν στηρίζεται δηλαδή στην ύπαρξη τυχόν τελεσίδικης κρίσης ως προς τους λόγους ακυρότητας της πράξης σε προγενέστερη δίκη ανακοπής, αλλά απλώς στο γεγονός της μη προβολής τους σε αυτήν.

Προκειμένου να εφαρμοστεί το άρθρ. 935 ΚΠολΔ, θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει προηγηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εναντίον ορισμένης πράξης της διαδικασίας εκτέλεσης, της οποίας το κύρος καλείται να εξετάσει άλλο δικαστήριο, είτε κυρίως είτε παρεμπιπτόντως.

Περαιτέρω, το άρθρ. 935 ΚΠολΔ προϋποθέτει να υφίστανται λόγοι ανακοπής γεννημένοι στον χρόνο της διεξαγωγής της προηγούμενης δίκης και να μπορούσαν να προβληθούν από τον ανακόπτοντα σ’ αυτήν, είτε με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής είτε με αυτό των πρόσθετων λόγων της.

Ο χρόνος άσκησης των πρόσθετων λόγων της αρχικής ανακοπής κατ΄ άρθρ. 585 παρ. 2 και ήδη 933 παρ. 1 ΚΠολΔ με τον ν. 4335/2015 συνιστά το απώτατο χρονικό σημείο, με το οποίο κρίνεται αν ένας λόγος ήταν ήδη γενημμένος κατά τη διεξαγωγή της προηγούμενης δίκης επί ανακοπής του άρθρ. 933 ΚΠολΔ.

Η εφαρμογή του άρθρ. 935 ΚΠολΔ προϋποθέτει περαιτέρω να υφίστατο η δυνατότητα προβολής των γεννημένων λόγων από τον ανακόπτοντα στο πλαίσιο της δίκης επί της αρχικής ανακοπής του άρθρ. 933 ΚΠολΔ, αλλά να παραλείφθηκε η έγκαιρη προβολή τους.

Ειδικότερα, για τον αποκλεισμό των λόγων από τη δυνατότητα μεταγενέστερης προβολής τους εξαιτίας του άρθρ. 935 ΚΠολΔ πρέπει να ήταν ήδη γεννημένοι κατά τον χρόνο διεξαγωγής της δίκης επί της αρχικής ανακοπής, επιπλέον ο ανακόπτων να ήταν σε θέση να τους προτείνει στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης είτε με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής είτε με εκείνο των προσθέτων λόγων και τελικά να παρέλειψε να τους προβάλλει.

Ως λόγοι γεννημένοι και δυνάμενοι να προταθούν θεωρούνται τόσο οι γνωστοί όσο και οι άγνωστοι στον ανακόπτοντα, ανεξάρτητα αν η άγνοια τους οφείλεται σε αντικειμενικούς ή υποκειμενικούς λόγους (Μιχαηλίδου, III. Η αρχή της συγκέντρωσης των λόγων της ανακοπής, σε: Η άμυνα κατά της εκτέλεσης, 2017, σ. 217-223). Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο 935 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται: (α) στις δίκες που ανοίγουν με την ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου σύμφωνα με το άρθρο 986 ΚΠολΔ, επί κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, (β) στις δίκες των αντιρρήσεων που προβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 1031 ΚΠολΔ κατά των αναγγελιών και του πίνακα διανομής, επί κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων, όπως επίσης και (γ) στις δίκες των αντιρρήσεων που προβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 1044 § 1 ΚΠολΔ κατά της αναγγελίας και του πίνακα διανομής, επί αναγκαστικής διαχείρισης (Α. Παπαδοπούλου, Η συγκέντρωση των λόγων ανακοπής στην Αναγκαστική Εκτέλεση, 2016, § 3, σ. 203-212).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούσες ισχυρίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επαναφέροντας τον ισχυρισμό τους με τον πρώτο λόγο αμφοτέρων των κρινόμενων εφέσεων, με τον οποίο παραπονούνται για την κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απόρριψη αυτού από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος ανακοπής έπρεπε να απορριφθούν ως εκπρόθεσμοι, απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 935 ΚΠολΔ και νομικά αβάσιμοι. Πιο συγκεκριμένα, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της υπό κρίση ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ………./………… πιστοποιητικό βαρών του Υποθηκοφύλακα Ηρακλείου επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου υφίστανται τα αναλυτικά αναφερόμενα στο δικόγραφο βάρη, μεταξύ των οποίων υποθήκη που γράφτηκε στις …/…./……..για το ποσό των 147.015,37 ευρώ υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, στον τόμο ……., φυλ. ……….., δυνάμει του υπ’ αριθμ. πρωτ. ………./……./…….. εγγράφου της ΔΟΥ Ηρακλείου πλην όμως ουδέποτε κοινοποιήθηκε το με αριθμό …./.-…-…… απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης  του πλειστηριασθέντος ακινήτου στο Διοικητή της ΑΑΔΕ, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου κατά παράβαση του αρ. 995 παρ. 4 ΚΠολΔ και συνεπώς ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός που διενεργήθηκε στις …………… και οι μεταγενέστερες αυτού πράξεις,  χωρίς να έχει προηγηθεί επίδοση της ανωτέρω  περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης στο Ελληνικό Δημόσιο υπέρ του οποίου  είχε εγγράφει στο πλειστηριασθέν ακίνητο υποθήκης, πάσχουν από ακυρότητα.

Οι ανωτέρω λόγοι ανακοπής τυγχάνουν πολλαπλώς αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ειδικότερα, κατά πρώτον, στην προκειμένη περίπτωση, και σύμφωνα με την υπό το στοιχείο Ι νομική σκέψη, οι αιτιάσεις του ανακόπτοντος περί  ελλιπών επιδόσεων του αποσπάσματος της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης έπρεπε να είχαν ασκηθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1 περ. α’ ΚΠολΔ, μόνο δε μετά την τελεσίδικη παραδοχή της και την ακύρωση των προγενεστέρων αυτών πράξεων της εκτέλεσης, η οποία ακύρωση επιδρά ακυρωτικά και επί του πλειστηριασμού, μπορεί να προσβληθεί παραδεκτώς για το λόγο αυτόν ο πλειστηριασμός μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1 περ. β και 2 του ΚΠολΔ.

Όπως δε, συνάγεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα η κατάσχεση εν προκειμένω έλαβε χώρα στις ………….., δυνάμει της με αριθ. …./………….. κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Μαρίας Αλεξανδρή και η υπό κρίση ανακοπή κατατέθηκε στις 06-07-2022 και επιδόθηκε στις καθ’ ων την 6η.7.2022 και την 18η.7.2022 αντίστοιχα όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ……../………… έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και την υπ’ αριθ. ………/………… έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ., και συνεπώς είχε παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των σαρανταπέντε (45) ημερών. Περαιτέρω, και επικουρικά, ακόμα και αν ήθελε γίνει  δεκτό ότι η υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και πάλι θα απορρίπτονταν ως απαράδεκτη κατά παράβαση του άρθρου 935 ΚΠολΔ, καθόσον οι επικαλούμενοι λόγοι ακυρότητας ήταν ήδη γεννημένοι και μπορούσαν να προβληθούν ως φερόμενα ελαττώματα της εκτελεστικής διαδικασίας σε προηγούμενο δικόγραφο της ανακοπής. Ειδικότερα, ο ανακόπτων είχε ασκήσει την 21η-11-2021 την με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑ ./2021 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με σκοπό την ακύρωση της εκτελούμενης επιταγής προς πληρωμή και της με αρ……/……. κατασχετήριας έκθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αρ. 253/2021 απορριπτική απόφαση.  Στην ανωτέρω, ωστόσο, ανακοπή του καίτοι μπορούσε να προτείνει τις αιτιάσεις που διατυπώνει με τον πρώτο και το δεύτερο λόγο της κρινόμενης ανακοπής του, αφού αυτές ήταν γεννημένες και μπορούσαν να προταθούν με αίτημα ακύρωσης του αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης και της ίδιας της κατασχετήριας έκθεσης, εντούτοις δεν το έπραξε. Συνεπώς, δεν μπορεί,  σύμφωνα και με την υπό το στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, να προβάλλει τις αιτιάσεις αυτές με την υπό κρίση ανακοπή. Τέλος, και όλως επικουρικά, ακόμα και αν οι δύο πρώτοι λόγοι ανακοπής είναι εμπρόθεσμοι και παραδεκτοί, εντούτοις θα απορρίπονταν ως νομικά αβάσιμοι στην ουσία τους. 

Πηγή: ΜονΕφΑνΚρήτης 127/2023

Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος

natalianeratzakh@outlook.com