Κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 3 και 104 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή ή από δικηγόρο. Κατ` εξαίρεση όμως, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου καθώς και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη, ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, για δε τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 1773/2023, ΑΠ 165/2020). Αν ο πληρεξούσιος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του κατά τα οριζόμενα ανωτέρω, ο διάδικος θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 787/2023, ΑΠ 666/2022, ΑΠ 1548/2022).
Με τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΠολΔ, που αποτελούν δημόσιο δίκαιο, ρυθμίζεται ειδικότερα, σε σχέση με το άρθρο 11 του ΑΚ, ο τύπος της μονομερούς δικαιοπραξίας της πληρεξουσιότητας όταν αυτή δίδεται για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και παράσταση στο ακροατήριο ενώπιον των ημεδαπών δικαστηρίων (δικαστική πληρεξουσιότητα). Η δόση τέτοιας πληρεξουσιότητας συνιστά αυτή καθ` εαυτή, πέραν του ουσιαστικού δικαίου, διαδικαστική πράξη του δικονομικού δικαίου υποβαλλόμενη στον οριζόμενο από την εσωτερική έννομη τάξη πανηγυρικό (συστατικό) τύπο, χωρίς διάκριση του αν δίδεται με δικαιοπραξία στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, επιλεγομένου υπό του νόμου αποκλειστικώς ως καταλλήλου για τη ρύθμιση αυτή του δικαίου του τόπου όπου οι διαδικαστικές πράξεις επιχειρούνται (lex fori), κατ` ειδική ρύθμιση σε σχέση με το άρθρο 11 του ΑΚ, το οποίο ως προς τον τύπο της δικαιοπραξίας δέχεται το παραπάνω δίκαιο (lex fori) διαζευτικώς εφαρμοζόμενο με τα αναφερόμενα εκεί άλλα δίκαια.
Εντεύθεν, όταν η δικαστική πληρεξουσιότητα δίδεται με ιδιωτικό έγγραφο στην αλλοδαπή σύμφωνα με το εκεί δίκαιο, ο έτσι καθιστάμενος πληρεξούσιος κατά το αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο οφείλει να νομιμοποιήσει εαυτόν ή άλλον δικηγόρο κατά τον υπό του ΚΠολΔ οριζόμενο συστατικό τύπο πληρεξουσιότητας για τη συζήτηση στο ακροατήριο (Ολ. ΣτΕ 1063/2017, ΑΠ 261/2024, ΑΠ 909/2004, ΑΠ 292/2002, ΣτΕ 4706/2014, ΣτΕ 3539/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση εισήχθη προς συζήτηση η από 26-7-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αρ. 89/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 878/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και της κάτωθι αυτής κοινοποιηθείσας σε αυτόν από 8-10-2013 επιταγής προς εκτέλεση. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παρούσας απόφασης, ο αναιρεσείων, …, κάτοικος …, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της από το οικείο πινάκιο στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τη δικηγόρο …., η οποία δήλωσε, για λογαριασμό του, παραίτηση από το δικαίωμα και από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με βάση το από 20-3-2025 ιδιωτικό πληρεξούσιο έγγραφο, που συντάθηκε στην Λεμεσό, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του παρέχοντος την πληρεξουσιότητα αναιρεσείοντος από πιστοποιημένο υπάλληλο στην Κύπρο, το οποίο φέρει την επικύρωση apostille της σύμβασης της Χάγης, που επιβεβαιώνει την υπογραφή του τελευταίου και όχι την αυθεντικότητα του εγγράφου (πληρεξουσίου) ή το περιεχόμενο αυτού. Σημειωτέον ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από την ίδια ως άνω δικηγόρο για λογαριασμό του αναιρεσείοντος με βάση το από 5-4-2022 ιδιωτικό πληρεξούσιο έγγραφο, που επίσης συντάχθηκε στην Λεμεσό, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του παρέχοντος την πληρεξουσιότητα αναιρεσείοντος από πιστοποιημένο υπάλληλο στην Κύπρο, το οποίο, επίσης φέρει την επικύρωση apostille της σύμβασης της Χάγης, που επιβεβαιώνει την υπογραφή του τελευταίου και όχι την αυθεντικότητα του εγγράφου (πληρεξουσίου) ή το περιεχόμενο αυτού, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η ειδική εντολή προς την άνω δικηγόρο να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής.
Όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι η ως άνω δικηγόρος είναι εφοδιασμένη κατά τον υπό του ΚΠολΔ οριζόμενο συστατικό τύπο πληρεξουσιότητας (συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο) για την παράστασή της στο ακροατήριο, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, η δόση τέτοιας πληρεξουσιότητας συνιστά αυτή καθ` εαυτή διαδικαστική πράξη του δικονομικού δικαίου υποβαλλόμενη στον οριζόμενο από την εσωτερική έννομη τάξη πανηγυρικό (συστατικό) τύπο, ανεξαρτήτως του αν δίδεται με δικαιοπραξία στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, επιλεγομένου υπό του νόμου αποκλειστικώς, ως καταλλήλου για τη ρύθμιση αυτή, του δικαίου του τόπου όπου οι διαδικαστικές πράξεις επιχειρούνται, την έλλειψη δε αυτή εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικώς απών.
ΑΠ 827/2025
Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος
Δημοσιεύθηκε στις 02/04/2026