Δημοσιεύθηκε στις 14.09.2026
Η διατροφή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που ανακύπτουν όταν διακόπτεται η έγγαμη συμβίωση ή όταν οι γονείς δεν ζουν πλέον μαζί με τα παιδιά τους. Ποιος γονέας υποχρεούται να καταβάλλει διατροφή; Πώς υπολογίζεται το ποσό; Τι συμβαίνει όταν ο ένας γονέας έχει την επιμέλεια του παιδιού και ο άλλος καλείται να καταβάλει χρήματα;
Η ελληνική νομοθεσία, μέσα από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, καθορίζει τις υποχρεώσεις των γονέων, αλλά και τα δικαιώματα των συζύγων σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης.
Η κοινή υποχρέωση των γονέων
Σύμφωνα με τα άρθρα 1485, 1486, 1489 και 1493 του Αστικού Κώδικα, οι γονείς έχουν κοινή υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ανεξάρτητα από το αν είναι παντρεμένοι και συμβιώνουν, αν έχουν διακόψει τη συμβίωσή τους ή αν έχει εκδοθεί διαζύγιο.Η υποχρέωση αυτή υφίσταται ακόμη και όταν το παιδί διαθέτει περιουσία, εφόσον τα εισοδήματα από αυτήν, το προϊόν της εργασίας του ή άλλα εισοδήματά του δεν επαρκούν για τη διατροφή του. Η διατροφή δεν περιορίζεται μόνο στα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωση του παιδιού. Περιλαμβάνει τις ανάγκες συντήρησης, ανατροφής, επαγγελματικής εκπαίδευσης και γενικότερα εκπαίδευσής του.
Πώς υπολογίζεται το ποσό της διατροφής;
Το ύψος της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του παιδιού, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση των γονέων.Στις συνθήκες ζωής περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η ηλικία του παιδιού, ο τόπος κατοικίας, οι εκπαιδευτικές του ανάγκες, η κατάσταση της υγείας του και το επίπεδο διαβίωσης της οικογένειας. Κατά τον καθορισμό του ποσού, αξιολογούνται αρχικά τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι πραγματικές ανάγκες του ανηλίκου. Ωστόσο, η διατροφή δεν μπορεί να περιλαμβάνει παράλογες αξιώσεις ή σπατάλες. Στόχος είναι να εξασφαλίζεται στο παιδί το προσήκον επίπεδο διαβίωσης, ανάλογα με τις ανάγκες του και τις οικονομικές δυνατότητες των γονέων. Η διατροφή καταβάλλεται, κατά κανόνα, προκαταβολικά σε χρήμα κάθε μήνα, εκτός αν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι για διαφορετικό τρόπο καταβολής.
Ο γονέας που έχει την επιμέλεια
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συμβολή του γονέα που διαμένει με το παιδί και έχει την επιμέλειά του. Ο γονέας αυτός δεν συνεισφέρει μόνο με χρήματα. Η καθημερινή φροντίδα, η ανατροφή, η επίβλεψη, η παροχή στέγης, τροφής και άλλων υπηρεσιών αποτελούν παροχές σε είδος που συνδέονται με τη συνοίκηση και την επιμέλεια. Οι παροχές αυτές λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της συμμετοχής κάθε γονέα στη διατροφή του παιδιού. Η οικονομική υποχρέωση των γονέων, συνεπώς, βαρύνει καθέναν ανάλογα με τις δυνάμεις του. Δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι ο γονέας που δεν έχει την επιμέλεια οφείλει να καλύπτει ολόκληρο το ποσό των αναγκών του παιδιού.
Τι γίνεται όταν ο άλλος γονέας έχει οικονομική δυνατότητα;
Ο γονέας που καλείται να καταβάλει διατροφή (δηλαδή ο υπόχρεος σύχυγος) μπορεί να υποστηρίξει δικαστικά ότι και ο άλλος γονέας (δηλαδή ο δικαιούχος σύζυγος) έχει οικονομική δυνατότητα να συνεισφέρει. Βέβαια, η σχετική ένσταση πρέπει να προβληθεί από τον εναγόμενο γονέα και δεν μπορεί να εξεταστεί αυτοδίκαια από το δικαστήριο. Εφόσον αποδειχθεί ότι ο άλλος γονέας διαθέτει εισοδήματα και οικονομικές δυνατότητες, η υποχρέωση του πρώτου (του υποχρέου συζύγου) μπορεί να περιοριστεί στο ποσό που του αναλογεί. Αντίθετα, όταν με την αγωγή ζητείται εξαρχής μόνο το μέρος της διατροφής που αναλογεί στον εναγόμενο γονέα, ο ισχυρισμός ότι η αναλογία των οικονομικών δυνατοτήτων είναι διαφορετική λειτουργεί ως άρνηση. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο μπορεί να συσχετίσει τις οικονομικές δυνατότητες των δύο γονέων με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύονται.
Διατροφή μεταξύ συζύγων κατά τη διάσταση
Η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης δημιουργεί διαφορετικό νομικό ζήτημα ως προς τη διατροφή μεταξύ των συζύγων. Σύμφωνα με τα άρθρα 1389, 1390 και 1391 του Αστικού Κώδικα, οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού στις ανάγκες της οικογένειας, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Η συνεισφορά μπορεί να γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα ή την περιουσία τους. Όταν, όμως, διακόπτεται η έγγαμη συμβίωση, παύει να λειτουργεί ο κοινός οίκος και να δημιουργούνται οι οικογενειακές ανάγκες υπό τις ίδιες συνθήκες. Στην περίπτωση αυτή, ο σύζυγος για εύλογη αιτία του οποίου διακόπηκε η συμβίωση μπορεί να δικαιούται διατροφή σε χρήμα από τον άλλο σύζυγο η οποία καταβάλλεται μηνιαίως.
Η διατροφή αυτή δεν ταυτίζεται με τη διατροφή του ανηλίκου ούτε με τη διατροφή που μπορεί να οφείλεται μετά το διαζύγιο. Αποτελεί συνέπεια της υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου.
Τι σημαίνει «εύλογη αιτία»;
Εύλογη αιτία για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης μπορεί να είναι οποιοδήποτε γεγονός που δικαιολογεί τη διάσπαση της κοινής ζωής των συζύγων. Δεν έχει σημασία αν η διάσταση επήλθε με εγκατάλειψη ή αποπομπή. Η εύλογη αιτία μπορεί να οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενός συζύγου, σε κοινή υπαιτιότητα ή σε περιστατικά που δικαιολογούν τη διακοπή της συμβίωσης. Για τη θεμελίωση αξίωσης διατροφής, ο σύζυγος που ζητά τη διατροφή πρέπει να επικαλεστεί τη συζυγική ιδιότητα, τη διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία και τις βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης.
Συμπέρασμα
Η διατροφή του ανηλίκου αποτελεί κοινή υποχρέωση και των δύο γονέων, η οποία προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του παιδιού και τις οικονομικές δυνατότητες κάθε γονέα. Παράλληλα, η διατροφή μεταξύ συζύγων κατά τη διάσταση αποτελεί διαφορετική αξίωση, που συνδέεται με την υποχρέωση συνεισφοράς στις ανάγκες της οικογένειας κατά τη διάρκεια του γάμου.
Κάθε υπόθεση διατροφής απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, των εισοδημάτων, των αναγκών και των λοιπών οικονομικών υποχρεώσεων των εμπλεκομένων.
Ναταλία (Ευθαλία) Κ. Νεραντζάκη, Δικηγόρος
Νομική Σχολή, Δημοκρίτειο Παν/μιο Θράκης
Μεταπτυχιακές Σπουδές, Φορολογικό Δίκαιο, ΕΚΠΑEmail:natalianeratzakh@outlook.com