• natalianeratzakh@outlook.com
  • 6984045886
  • 2622026681

Ανακοπή 933 ΚΠολΔ. Νόμιμη η επικύρωση αντιγράφου του απογράφου που εμπεριέχεται στην παρά πόδα του αντιγράφου τιθέμενη επιταγή προς εκτέλεση (πληρωμή).

Με τον (μοναδικό) λόγο της υπό κρίση η ανακόπτουσα προβάλλει ότι η επισπευδόμενη σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη και τούτο διότι ουδέποτε της επεδόθη επικυρωμένο αντίγραφο του απογράφου, αλλ’ απλό φωτοαντίγραφο ακριβούς, κατ’ άρθρο 918 παρ. 6 του ΚΠολΔ, φωτοαντιγράφου αυτού, αφού η σχετική βεβαίωση περί την ακρίβεια της αντιγραφής του αντιγράφου του απογράφου, έχει τεθεί όχι στο σώμα αυτού του τελευταίου, αλλά σε διαφορετικό και αυτοτελές έγγραφο και δη στην παρά πόδα αυτού επιταγή προς εκτέλεση (πληρωμή).

Ο προκείμενος λόγος, ενόσω επιχειρείται να στηριχθεί στα άρθρα 918 παρ. 1 εδ. α’ και β’ και 924 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ και στο άρθρο 36 παρ. 2 περ. γ’ του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων – ΦΕΚ Α’ 208/27.09.2013), είναι μεν ορισμένος, ωστόσο, κατά τη γνώμη που το Δικαστήριο προκρίνει ως ορθότερη, νόμω αβάσιμος και ως τοιούτος απορριπτέος, δοθέντος ότι η ως άνω στην προσβαλλόμενη επιταγή εμπεριεχόμενη επικύρωση του αντιγράφου ακριβούς, κατ’ άρθρο 918 παρ. 6 του ΚΠολΔ, φωτοαντιγράφου του απογράφου ήταν αρκετή, δίχως να απαιτείται ξεχωριστή καταχώρησή της στο σώμα του ίδιου του αντιγράφου, αφού μάλιστα, ενόψει της διάταξης του άρθρου 924 εδ. β’ του ΚΠολΔ, κατά την οποία η επιταγή συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου, στον καθ’ ου η εκτέλεση ένα έγγραφο κοινοποιείται και δη το γνωστό στην πράξη «αντίγραφο εξ απογράφου μετ’ επιταγής προς εκτέλεση», ώστε δεν είναι δυνατό να γίνει διαχωρισμός του αντιγράφου από την επιταγή, με την οποία συγχρόνως βεβαιώνεται και η ακρίβεια του αντιγράφου προς το απόγραφο. 

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που η επιταγή δεν συντάσσεται χειρόγραφα κάτω ακριβώς από το αντίγραφο του απογράφου, διατύπωση η οποία δεν επιβάλλεται, άλλωστε, με ποινή ακυρότητας, αλλά με μηχανική αποτύπωση σε αυτοτελές πρόσθετο φύλλο, το οποίο επισυνάπτεται στο αντίγραφο του απογράφου, με αποτέλεσμα να αποτελεί ένα σώμα με αυτό [ορ. σχετ. για τη διχοστασία στη νομολογία: ΑΠ 1957/2009 ΕΠολΔ 2010.730 = Ε7 2012.248 = ΝΟΜΟΣ· ΜΕφΘεσ 525/2022 ΤΝΠ Qualex· ΜΕφΘεσ 189/2020 ΤΝΠ Qualex· ΜΕφΠειρ 707/2015 ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΚερκ 1894/2025 ΝΟΜΟΣ, κατά τις οποίες δεν συνεπάγεται ακυρότητα του επιδοθέντος αντιγράφου, που ισοδυναμεί με μη επίδοσή του, το γεγονός ότι η πράξη επικύρωσης έχει καταχωρηθεί σε πρόσθετη σελίδα, ήτοι στην επιταγή προς εκτέλεση, παρά πόδα του επιδιδόμενου αντιγράφου του απογράφου· contra ΜΠρΑθ 2007/2025 ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΑθ 1830/2025 ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΘεσ 9058/2025 ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΒοιωτ 181/2025 ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΡόδ 279/2025 ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΡόδ 51/2025· ΜΠρΠειρ 1607/2024 ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΡοδόπ 154/2023 ΝΟΜΟΣ κατά τις οποίες η θέση της βεβαίωσης περί ακρίβειας της αντιγραφής (του αντιγράφου) του απογράφου στην επιταγή προς πληρωμή δεν αρκεί, αφού αυτή συνιστά διαφορετικό και διακριτό, προς το επιδιδόμενο, έγγραφο]. 

Τα προαναφερθέντα, άλλωστε, δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι με την επίδοση ακριβούς, κατ’ άρθρο 918 παρ. 6 του ΚΠολΔ, φωτοαντιγράφου του απογράφου συγκοινοποιήθηκαν είτε στο τέλος (μετά την επιταγή προς εκτέλεση) είτε και ενδιάμεσα, κάτι που, δίχως να ενδιαφέρει, δεν διακρίνει η ανακόπτουσα, φωτοτυπικά αντίγραφα άλλων εγγράφων, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα ήδη στον σχετικό λόγο της ανακοπής, μνεία περί της βεβαίωσης της ακρίβειας του αντιγράφου εκ του απογράφου έγινε στην αρχή της επιταγής προς εκτέλεση (πληρωμή). 

Εξάλλου, σημειώνοντας ότι για το κύρος της επικύρωσης φωτοτυπίας, με βεβαίωση από δικηγόρο της ακρίβειάς της, ότι αυτή αποδίδει το πρωτότυπο, δεν είναι, σε περίπτωση προσωρινής κατοχής του πρωτοτύπου, αναγκαία η πανηγυρική διατύπωση αυτού του γεγονότος στη σχετική έγγραφη βεβαιωτική πράξη του δικηγόρου, αλλά αρκεί να συνάγεται βεβαίωση και του γεγονότος αυτού από την όλη διατύπωση της πράξης, τέτοια δε έμμεση βεβαίωση προσωρινής κατοχής του εγγράφου από τον δικηγόρο μπορεί να ενέχει και ο χαρακτηρισμός του επικυρούμενου φωτοτυπικού αντιγράφου ως αντιπεφωνημένου (ΑΠ 330/2012 Αρμ 2012.1431 = ΝΟΜΟΣ), όπως επίσης και η φράση ότι αυτό συνιστά «ακριβές αντίγραφο από το πρωτότυπο ή αντίγραφο» (ΑΠ 1890/2009 ΝΟΜΟΣ· ΜΕφΠειρ 85/2020 ΝΟΜΟΣ), αφού σε αμφότερες τις περιπτώσεις λογικά προϋποτίθεται η ολική ενέργεια παραβολής του φωτοαντιγράφου προς το πρωτότυπο και η διαπίστωση της συμφωνίας προς αυτό, άπερ σημαίνει την έστω και βραχύχρονη κατοχή του πρωτοτύπου από το δικηγόρο, ο οποίος το παραβάλλει προς το φωτοαντίγραφο που επικυρώνει, τούτων λεχθέντων, επισημαίνεται ότι από την παραδεκτή στο στάδιο αυτό επισκόπησή του, είναι σαφές ότι δικηγόρος νομίμως επικύρωσε κατ’ άρθρο 449 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 36 παρ. 2 περ. γ’ του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων – ΦΕΚ Α’ 208/27.09.2013) το έγγραφο αυτό, βεβαιώνοντας ότι πρόκειται για ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του εις χείρας του επίσημου αντιγράφου του απογράφου, που ισοδυναμεί με πρωτότυπο, εφόσον εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 918 παρ. 6 ΚΠολΔ από την υπάλληλο του πλειστηριασμού στην οποία έχει κατατεθεί, ενώ από τη διατύπωση της επικύρωσης σαφώς προκύπτει ότι το εν λόγω έγγραφο βρισκόταν στην κατοχή του υπογράφοντος δικηγόρου κατά το χρόνο επικύρωσής του.

 Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν ευδοκίμησε ο προβληθείς λόγος, μη υπάρχοντος δε άλλου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση ανακοπή στο σύνολό της. 

Πηγή: 35/2026 ΜΠΡ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος

natalianeratzakh@outlook.com

Δημοσιεύθηκε στις 02.03.2026