Από τις διατάξεις των άρθρων 924, 904, 916, 918 και 919 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη αναφορά του ποσού, που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή εκτέλεσης η αιτία της απαίτησης, η οποία, άλλωστε, θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γίνεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαιτήσεως ή της ανακρίβειας των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων. Εξάλλου, ούτε το ποσό του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή, καθόσον το μεν κεφάλαιο είναι δεδομένο, τα δε τα νόμιμα επιτόκια είναι καθορισμένα με τους νόμους, τις πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου και τις αποφάσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και επομένως, το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση το ποσοστό αυτού και το χρονικό διάστημα που θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης της επιταγής (Α.Π. 474/1999 ΕλΔνη 2000.81, Α.Π. 194/1995, ΜονΕφΠειρ 215/2025, ΜονΕφΑθ 3499/2021, ΜονΕφΑθ 123/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή τυγχάνει άκυρη ως προς το κονδύλιο των τόκων υπερημερίας, ποσού 23.292,59 ευρώ το οποίο επιτάσσονται να καταβάλουν, καθόσον δεν προσδιορίζεται σ` αυτή το επιτόκιο υπερημερίας με το οποίο το παραπάνω ποσό υπολογίστηκε. Όπως αποδείχθηκε από τα κρινόμενα στην εν λόγω υπόθεση πραγματικά περιστατικά, στην ένδικη σύμβαση δανείου, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ` αριθ. 6511/2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου σε συνέχεια και για την εκτέλεση της οποίας συντάχθηκε η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, αναφέρεται με σαφήνεια ότι ο τόκος υπερημερίας που συμφωνήθηκε ρητά ότι θα επιβάρυνε την οφειλή μετά την καταγγελία της σύμβασης, θα ανερχόταν σε 2,5 εκατοστιαίες μονάδες πλέον του συμβατικού επιτοκίου, δικαιουμένης της δανείστριας να ανατοκίζει τους καθυστερούμενους τόκους ανά εξάμηνο, το δε συμβατικό επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο με συγκεκριμένους όρους, οι οποίοι κατέστησαν γνωστοί στους δανειολήπτες ανακόπτοντες, ενώ συμφωνήθηκε και ο τρόπος διαρκούς ενημέρωσής τους ως προς το εκάστοτε ύψος αυτού, μέσω του ηλεκτρονικού τύπου και με επιστολές της δανείστριας.
Συνεπεία των ανωτέρω, εφόσον ήταν γνωστά στους ανακόπτοντες, το ύψος της οφειλής τους και το ποσοστό του συμβατικού επιτοκίου που δίεπε την σύμβαση κατά την καταγγελία της σύμβασης, το συμφωνηθέν ποσοστό του τόκου υπερημερίας με το οποίο θα επιβαρυνόταν η οφειλή μετά την καταγγελία της σύμβασης και το χρονικό διάστημα υπολογισμού από την καταγγελία της σύμβασης μέχρι την επίδοση της προσβαλλόμενης επιταγής προς εκτέλεση, η μη παράθεση στην επιταγή του επιτοκίου υπερημερίας δεν κατέστησε την επιταγή αόριστη, εφόσον με όλα τα παραπάνω γνωστά στους ανακόπτοντες στοιχεία, η διενέργεια απλού μαθηματικού υπολογισμού κατά το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της συμβάσεως μέχρι την επίδοση της επιταγής για την εξεύρεση του ποσού των τόκων υπερημερίας ήταν εφικτή. Συνεπώς η προσβαλλόμενη επιταγή ήταν επαρκώς ορισμένη και στους ανακόπτοντες οφειλέτες εναπόκειτο να ισχυριστούν και να αποδείξουν τον εσφαλμένο υπολογισμό και το παράνομο των τόκων που υπολογίστηκαν και, έτσι, να αποδείξουν την βλάβη που υφίστανται από την μη αναγραφή στην προσβαλλόμενη επιταγή του παραπάνω στοιχείου, η οποία δεν αποδείχθηκε (βλ. Α.Π. 194/1995 ΕλΔνη 37.102). Με βάση τα παραπάνω, ο παραπάνω λόγος ανακοπής ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτό τον παραπάνω λόγο ανακοπής ως ορισμένο, νόμω και ουσία βάσιμο και ακύρωσε εν μέρει την προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση κατά το ποσό των 23.292,59 ευρώ, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά τον βάσιμο προς τούτο λόγο έφεσης της εκκαλούσας και πρέπει, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού διακρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η υπό κρίση ανακοπή από το παρόν Δικαστήριο ως προς τον μοναδικό λόγο που προσβάλλεται με την υπό κρίση έφεση, να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη.
208/2025 ΕΦ ΑΙΓΑΙΟΥ (ΜΟΝ)
Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος
natalianeratzakh@outlook.com
Δημοσιεύθηκε στις 09.03.2026