Από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτού με διάνοια κυρίου, προκύπτει ότι προς απόκτηση της νομής πάνω στο πράγμα απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος δηλαδή το σωματικό (corpus) και το ψυχικό (animus). Και το πρώτο μεν εκδηλώνεται με την φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε δεύτερο εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού.
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής.
Ειδικότερα, φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία του τελευταίου και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας πάνω σε αυτό κάθε στιγμή. Η διάνοια κυρίου ακόμη εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 § 1 και 987 εδάφιο α` ΑΚ προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής περί αποβολής από τη νομή, στην οποία μπορεί να σωρευθεί και αναγνωριστική αγωγή, είναι η νομή του ενάγοντα πάνω στο πράγμα κατά το χρόνο της αποβολής και της άσκησης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με αποβολή που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα – ενάγοντα. Ως αποβολή νοείται η αφαίρεση της καθολικής φυσικής εξουσίας σε όλο το πράγμα ή σε μέρος αυτού. Η συνδρομή της αποβολής από τη νομή κρίνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία, ενώ ο χρόνος, ο τρόπος και η αιτία απόκτησης της νομής δεν αποτελούν στοιχεία της σχετικής αγωγής. Είναι, δηλαδή, αδιάφορο επί πόσο χρόνο πριν από την αποβολή νεμόταν ο ενάγων το πράγμα, όπως, επίσης, και με ποιο τρόπο αποκτήθηκε η νομή (εφόσον η νομή δεν είναι επιλήψιμη έναντι του εναγομένου) και από ποια αιτία, ούτε, τέλος, είναι αναγκαία η αιτιολογία και του τρόπου κτήσης της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 και 983 ΑΚ η νομή αποκτάται είτε με παράδοση αυτής στον αποκτώντα με τη βούληση του έως τώρα νομέα ή και με μόνη τη μεταξύ τους συμφωνία για μεταβίβαση αυτής, εφόσον ο αποκτών είναι σε θέση vα ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε με κληρονομική διαδοχή (ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 7/2017, ΑΠ 26/2015) […].
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ` ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής:
“Από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομοτύπως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, εκτιμώμενα αυτοτελώς ως έγγραφα ή ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχθηκαν πλήρως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Ο εναγόμενος, που είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο ……, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2014 έως τον Ιούλιο του 2015 υπήρξε πληρεξούσιος δικηγόρος του ………… με σύμβαση εντολής και πληρεξουσιότητας και χειρίστηκε διάφορες υποθέσεις αυτού και των εταιριών του ομίλου του αστικής, ποινικής και διοικητικής φύσεως. Η ενάγουσα ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία, κύριος μέτοχος της οποίας είναι ο ….., στις 18-3- 2015 αγόρασε αντί τιμήματος 52.500 ευρώ από την εταιρία με την επωνυμία “….”, επίσημο έμπορο της …, εκδοθέντος σχετικά του με αριθμό …/18-3-2015 τιμολογίου πώλησης αυτής, ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής …., τύπου ….. cc, με αριθμό πλαισίου …, χρώματος … και στις 20-3-2015 εκδόθηκε η άδεια κυκλοφορίας του στο όνομα της ενάγουσας και έλαβε αριθμό κυκλοφορίας …. Αμέσως μετά την από μέρους της απόκτηση του ανωτέρω αυτοκινήτου και δη περί τα τέλη Μαρτίου του 2015, η διοίκηση της ενάγουσας, όπως η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της, αποδέχθηκε σχετικό αίτημα του κυρίου μετόχου αυτής ………… και παρέδωσε το αυτοκίνητο στον εναγόμενο, για να το κυκλοφορεί αποκλειστικά ο ίδιος και να εξυπηρετεί τις ανάγκες του, αφού προηγουμένως προέβη η ίδια σε σύμβαση μικτής ασφάλισής του με την εταιρία “…”, καλύπτοντας τόσο την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη από ζημίες προκληθείσες κατά την κυκλοφορία του όσο και τον κίνδυνο εξ ιδίων ζημιών, έναντι ετησίου ασφαλίστρου 1.110,16 ευρώ. Στις 16 Ιουλίου 2015 ο …………, με σχετική επιστολή, που απέστειλε στον εναγόμενο δικηγόρο του, του δήλωσε ότι δεν επιθυμεί πλέον τη συνεργασία τους και ανακάλεσε κάθε σχετική εντολή, που του είχε δώσει μέχρι τότε, ζητώντας του να παραδώσει στη συνεργάτιδά του ……… το σύνολο των φακέλων των υποθέσεών του, που μέχρι τότε χειριζόταν το γραφείο του και να τον ενημερώσει για την ύπαρξη κάποιου υπολοίπου αμοιβής του, ώστε να προβεί σε εξόφληση για τις μέχρι τότε παρασχεθείσες υπηρεσίες του. Ουδέν αναφέρθηκε στην ως άνω επιστολή για απόδοση του ανωτέρω αυτοκινήτου στην ενάγουσα εταιρία του ομίλου των εταιριών της οικογένειας …… Αντιθέτως, στις 9 Οκτωβρίου 2015 ο ………. απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στον εναγόμενο δικηγόρο, δια της ίδιας ως άνω συνεργάτιδας του …………, επιστολή, αναφερόμενος στην χθεσινή τους συνάντηση (8-10-2015) και τον ενημέρωσε, σύμφωνα με όσα συμφώνησαν κατά την προηγηθείσα συνάντηση τους, μεταξύ άλλων, επί λέξει ότι “1. Το αργότερο τη Δευτέρα 12-10-2015 όλοι οι φάκελοι των υποθέσεων του Ομίλου ….. θα παραδοθούν στη δικηγόρο ……….. 2. Όπως σας είπα και κατ` ιδίαν επιθυμώ την περαιτέρω συνεργασία με το γραφείο σας όσον αφορά την υπόθεση των όπλων, που εκκρεμεί ενώπιον του Β` Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δικάσιμος 23-10-2015 καθώς και στην υπόθεση των Δημοσίων Δασικών…4. Σήμερα θα γίνει η μεταβίβαση του οχήματος, οπότε παρακαλώ ενημερώστε με σε ποιο όνομα θα πραγματοποιηθεί. 5. Ο κ. …………. θα φέρει το υπόλοιπο που συμφωνήσαμε και έτσι εξοφλούμε έως και σήμερα την όποια οικονομική εκκρεμότητα. Επισυνάπτω, για λόγους τάξης και τον κατάλογο με τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά που σας παρέδωσα και κατ` ιδίαν”.
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον εναγόμενο απόδειξη στις 12 Οκτωβρίου 2015 αυτός παρέδωσε στη δικηγόρο …….., που ενεργούσε για λογαριασμό του ……, το σύνολο των αναφερομένων στην απόδειξη αυτή σαράντα επτά (47) φακέλων- δικογραφιών, που αφορούσαν τον ανωτέρω εντολέα του. Πλην όμως, το ανωτέρω αυτοκίνητο δεν μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα από την ενάγουσα στον εναγόμενο, όπως αναφερόταν στο θέμα (4) της ως άνω επιστολής του κυρίου μετόχου της ………… προς αυτόν. Παρά ταύτα ο εναγόμενος συνέχισε να κατέχει και να χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο ίδιος το αυτοκίνητο, εμπλεκόμενος μάλιστα και σε δύο ασφαλιστικά συμβάντα μετά από το γεγονός αυτό, ήτοι στις 29- 12-2015 και στις 3-6-2016, χωρίς η ενάγουσα να επιδιώξει την ανάκτησή του, παρότι κατέβαλε τα ασφάλιστρα, όπως προαναφέρθηκε, ενώ ήδη ο εναγόμενος είχε εμπλακεί και σε άλλο τροχαίο ατύχημα στις 28-9-2015. Μετά την παρέλευση δεκατεσσάρων (14) και πλέον μηνών από την ανάκληση της εντολής του κυρίου μετόχου της ……. προς τον εναγόμενο, που όπως προαναφέρθηκε έγινε στις 16-7- 2015, η ενάγουσα αξίωσε από τον τελευταίο, με την από 27 Οκτωβρίου 2016 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση της, να της επιστρέψει το αυτοκίνητο, επικαλούμενη ως λόγο επιστροφής αυτού την εύρυθμη λειτουργία και αναδιοργάνωση- του στόλου της. Με την από 1-11-2017 εξώδικη απάντησή του, που κοινοποίησε στην ενάγουσα στις 2-11-2017, ο εναγόμενος της γνωστοποίησε και της υπενθύμισε, διαμαρτυρόμενος για την εξώδικο της, ότι ο κύριος μέτοχος της ………… του είχε παραδώσει το ανωτέρω αυτοκίνητο ως δώρο για τις επιτυχίες, που αυτός είχε ως δικηγόρος κατά το χειρισμό πλήθους πολιτικών, ποινικών και διοικητικών υποθέσεών του και ότι στη συνέχεια, ο ως άνω δωρητής, επικαλούμενος στενότητα ρευστού χρήματος προς καταβολή της αμοιβής, που αυτός δικαιούνταν ως δικηγόρος του, του πρότειναν αυτός και η ενάγουσα να δεχθεί συνυπολογισμό της αξίας του αυτοκινήτου στην αμοιβή του και αυτός δέχθηκε. Αρνήθηκε δε, κατόπιν αυτών, να επιστρέψει το επίδικο αυτοκίνητο στην ενάγουσα. Δεν αντιποιήθηκε όμως τη νομή της ενάγουσας με την ανωτέρω άρνησή του, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η ίδια η ενάγουσα του παρέδωσε τη νομή του αυτοκινήτου, μετά από υπόδειξη του κυρίου μετόχου της ………. και συμφώνησε και η ίδια να του το μεταβιβάσει ως μέρος της οφειλόμενης σε αυτόν, από τον ως άνω κύριο μέτοχο της, δικηγορικής αμοιβής για την παροχή των νομικών του υπηρεσιών προς τον ίδιο προσωπικά και σε εταιρίες του ομίλου του. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι παραχώρησε προσωρινά και κατά χρήση μόνο στον εναγόμενο το ανωτέρω αυτοκίνητο δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, αν του το είχε παραδώσει μόνο κατά χρήση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, για να εξυπηρετείται ο εναγόμενος ως δικηγόρος και συνεργάτης του κυρίου μετόχου της ………., δεν θα του το άφηνε στην κατοχή του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους μετά τη λήξη της συνεργασίας του κυρίου μετόχου της με αυτόν. Ούτε θα ανεχόταν να το χρησιμοποιεί ο εναγόμενος και να εμπλέκεται σε τροχαία συμβάντα κατά το διάστημα αυτό, που καμία έννομη σχέση δεν τον συνέδεε πλέον με τον κύριο μέτοχο της, αλλά θα επιδίωκε από τον Ιούλιο του 2015. που ανακλήθηκε η προς αυτόν εντολή του ………, την ανάκτηση της νομής του. Από το γεγονός δε, ότι στην προαναφερθείσα από 9-10- 2015 επιστολή του προς τον εναγόμενο ο ………… του δηλώνει ξεκάθαρα ότι η μεταβίβαση του οχήματος θα γίνει “σήμερα”, χωρίς να διατυπώνει την αίρεση καταβολής κάποιου ποσού από τον εναγόμενο, αλλά απεναντίας του δηλώνει επιπροσθέτως ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο εκ μέρους αυτού ποσό προς τον εναγόμενο θα του το παραδώσει ο …………., ώστε να μην υπάρχει μεταξύ τους οικονομική εκκρεμότητα, αναιρείται η βασιμότητα του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι η ως άνω αναφερόμενη μεταβίβαση του αυτοκινήτου προς τον εναγόμενο θα γινόταν κατόπιν καταβολής τιμήματος εκ μέρους του, ύψους 63.000 ευρώ. Επίσης, ο ισχυρισμός της αυτός δεν κρίνεται πειστικός και εκ του ότι δεν αντέχει στη λογική να συμφώνησε ο εναγόμενος να καταβάλλει τίμημα για την απόκτηση του εν λόγω αυτοκινήτου κατά 11.500 ευρώ υψηλότερο εκείνου που κατέβαλε η ενάγουσα για την αγορά του επτά μήνες πριν από την αποστολή σε αυτόν της ανωτέρω επιστολής. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο αυτοκίνητο αποτέλεσε μέρος της αμοιβής του εναγομένου για τις νομικές υπηρεσίες του προς τον κύριο μέτοχο της ενάγουσας ………, εν γνώσει της ενάγουσας και με τη βούληση αυτής, επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της από 1 Νοεμβρίου 2015 προσωπικής-εμπιστευτικής επιστολής του νυν πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας ……… προς τον εναγόμενο, του οποίου αυτός υπήρξε κατά το παρελθόν συνεργάτης, και με την οποία αξίωνε να του καταβάλει ο εναγόμενος ποσοστό 5% από την αμοιβή, που είχε εισπράξει από τον …… το δικηγορικό γραφείο του εναγομένου. Σε αυτή την επιστολή του ο νυν πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, υπολογίζοντας το ύψος της αμοιβής του εναγομένου, ώστε να αποδοθεί σε αυτόν το ποσοστό 5% που ζητεί, αθροίζει στα εισπραχθέντα από τον εναγόμενο ποσά από τον …… και την αξία του επιδίκου αυτοκίνητου, υπολογίζοντάς την σε 63.000 ευρώ. Αποδείχθηκε επομένως, κατά τα ανωτέρω, ότι κατά το χρόνο που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, η ενάγουσα, αν και κυρία του επιδίκου αυτοκινήτου, δεν ήταν νομέας αυτού, αλλά αντιθέτως νομέας του ήταν ο εναγόμενος, αφού παραδόθηκε σε αυτόν από την ενάγουσα η νομή του αυτοκινήτου με τη βούληση της και με απώτερο σκοπό τη μεταβίβαση σε αυτόν και της κυριότητάς του, η οποία, όμως, παρά την παράδοση της νομής του αυτοκινήτου, παραμένει στην ίδια, εφόσον δεν πραγματοποιήθηκε η ως άνω μεταβίβαση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και, καταλήγοντας στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία όπου είναι αναγκαίο αντικαθίσταται με την παρούσα (534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε κατ` αποτέλεσμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, που τέθηκαν υπόψη του. Επομένως, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης”. Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της ηττηθείσας πρωτοδίκως ενάγουσας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατ` ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 187, 189 και 193 παρ. 2 ΑΚ, διότι, ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι υπήρξε πρόταση από τον ……… περί μεταβιβάσεως του επιδίκου αυτοκινήτου στον αναιρεσίβλητο (είτε λόγω πώλησης είτε λόγω δωρεάς/συμπληρωματικής αμοιβής), ουδέποτε επακολούθησε η αποδοχή της από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο ή τρίτο που αυτός θα υποδείκνυε εντός της ταχθείσας από τον πρώτο (………) προθεσμίας, με αποτέλεσμα η σχετική πρόταση να έχει ουσιαστικά ανακληθεί ή άλλως να απέβαλε το κύρος και την ισχύ της, με συνέπεια να έχουν πλέον εφαρμογή οι προαναφερθείσες διατάξεις. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ήτοι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση και οδήγησαν στο σχηματισμό του αντίστοιχου αποδεικτικού της πορίσματος, τα οποία, κατ` επιλογή της αναιρεσείουσας, αποσπασματικά και μόνον παρατίθενται. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι εν προκειμένω η ένδικη διαφορά δεν αφορά την κυριότητα αλλά τη νομή του επίδικου αυτοκινήτου, αλλά και διότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι το επίδικο αυτοκίνητο αποτελεί μέρος της αμοιβής του εναγομένου-αναιρεσίβλητου για τις νομικές υπηρεσίες του προς τον κύριο μέτοχο της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, ………., δεν εφάρμοσε τις διατάξεις περί πωλήσεως ή δωρεάς, που αποτελούν προϋπόθεση και για την εφαρμογή των ως άνω επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα διατάξεων των άρθρων 187, 189 και 193 παρ. 2 ΑΚ. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τους λόγους αυτούς, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχεται ότι αντίκειται στη λογική να έχει ζητηθεί από τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει τίμημα 63.000 ευρώ, ήτοι ποσό μεγαλύτερο εκείνου των 52.500 ευρώ που δαπάνησε η αναιρεσείουσα για την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ως αξία του οχήματος το ποσό των 63.000 ευρώ που αναφέρεται στην από 1-11-2015 επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι η μεταβίβαση του επίδικου αυτοκινήτου ουδέποτε συντελέσθηκε, ταυτόχρονα δέχεται αντιφατικά ότι η νομή αυτού παραμένει στον αναιρεσίβλητο εις το διηνεκές και τέλος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν περιλαμβάνει αιτιολογία σχετικά με την ευθύνη της αναιρεσείουσας έναντι του αναιρεσίβλητου, ώστε αυτή (αναιρεσείουσα) να πρέπει να απωλέσει τη νομή του επίδικου οχήματος, συγχέοντας ένα νομικό πρόσωπο με ένα φυσικό πρόσωπο και επιπλέον, ενώ αναφέρεται στο ………. ως κύριο μέτοχο της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά και αναιτιολόγητα ότι η τελευταία συμφώνησε να παραδώσει τη νομή του επίδικου αυτοκινήτου στον αναιρεσίβλητο, επειδή αυτό δήθεν υποσχέθηκε προσωπικά ο κύριος μέτοχος της ……. . Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται σ` αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο αποσπασματικά και με επιλεκτική αναφορά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του. Σε κάθε δε περίπτωση είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι οι περιεχόμενες σ` αυτόν αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, προκειμένου να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο είναι σαφές, επιπλέον δε οι επικαλούμενες αντιφάσεις οι σχετικές με την αξία του αυτοκινήτου, δεν αφορούν ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό που επιδρά στη έκβαση της δίκης […].
Πηγή: ΑΠ 1033/2022
Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος
natalianeratzakh@outlook.com
Δημοσιεύθηκε στις 08.03.2026