• natalianeratzakh@outlook.com
  • 6984045886
  • 2622026681

Eπίδοση αγωγής σε πρόσωπο με έδρα ή διαμονή στο εξωτερικό. Προϋποθέσεις επίδοσης. Εφαρμοστέα η διεθνής σύμβαση της Χάγης του 1965.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 134 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δε, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον Υπουργό των Εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 ΚΠολΔ η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο Εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται.

Οι πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον Εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης με το ν. 1334/1983. Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο.

Και τούτο για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασματικές επιδόσεις και η ερήμην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης, σχετικής με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία, σύμφωνα με την 3/17.8.1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18.9.1983, η απόδειξη της επίδοσης των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (ΑΠ 1305/2011 ΑΠ 839/2010 και ΑΠ 34/2009 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).

Ειδικότερα, κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 15 της σύμβασης αυτής, αν μια πράξη δίκης ή ισοδύναμη πράξη χρειαστεί να διαβιβαστεί για το σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης στο εξωτερικό σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης αυτής και ο εναγόμενος δεν προσέλθει, ο δικαστής υποχρεούται να αναβάλει την έκδοση απόφασης για όσο χρόνο δεν διαπιστώνεται: α) είτε ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με τον τύπο τον προδιαγραφόμενο από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων που συντάχθηκαν σ’ αυτό το κράτος και που προορίζονται για άτομα που βρίσκονται στο έδαφός του, β) είτε ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του σύμφωνα με άλλη διαδικασία που προβλέπεται στη σύμβαση αυτή και ότι σε κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις είτε η επίδοση είτε η κοινοποίηση ή η παράδοση έγιναν έγκαιρα, ώστε να μπορέσει ο εναγόμενος να υπερασπισθεί τον εαυτό του.Περαιτέρω, κατά τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, κάθε συμβαλλόμενο κράτος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του, παρά τις διατάξεις της πρώτης παραγράφου, μπορούν να εκδώσουν απόφαση εφόσον συγκεντρώνονται οι κατωτέρω προϋποθέσεις, μολονότι καμία βεβαίωση για την επίδοση ή την κοινοποίηση ή την παράδοση δεν έχει ληφθεί: α) η πράξη διαβιβάσθηκε σύμφωνα με ένα από τους τρόπους που προβλέπονται σ’ αυτή τη σύμβαση, β) μια προθεσμία, που ο δικαστής θα εκτιμά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και που δεν θα είναι μικρότερη από έξι μήνες, έχει παρέλθει από την ημερομηνία αποστολής της πράξης, γ) παρ’ όλες τις επίμονες ενέργειες από τις αρμόδιες αρχές του κράτους στο οποίο απευθύνεται (του κράτους αποστολής κατά το επίσημο κείμενο στη γαλλική), δεν μπορεί να ληφθεί καμιά βεβαίωση.

Η προβλεπόμενη δε από την πιο πάνω διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 15 της σύμβασης δήλωση έγινε για λογαριασμό της Ελλάδος με τη ρηματική διακοίνωση από 23.11.1989 της Ελληνικής Πρεσβείας της Χάγης προς το Υπουργείο Εξωτερικών των Κάτω Χωρών. Συνεπώς, συζήτηση αγωγής δεν επιτρέπεται να γίνει, αν λείπει ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, ο οποίος κατοικεί σε γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εφόσον δεν βεβαιώνεται ότι η σχετική κλήση έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί σε αυτόν σύμφωνα με ένα από τους τρόπους που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 15 της σύμβασης αυτής, ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει σχετική βεβαίωση, εάν δεν έχει περάσει τουλάχιστον διάστημα έξι μηνών από την παράδοση του σχετικού δικογράφου στον εισαγγελέα ή, αν, έστω και αν έχει περάσει η προθεσμία αυτή, δεν διαπιστωθεί η συνδρομή των υπόλοιπων προϋποθέσεων που σωρευτικά προβλέπονται στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου.

Περαιτέρω, η Σύμβαση της Χάγης που έχει ως σκοπούς αφενός μεν τη διευκόλυνση της επίδοσης εγγράφων στο εξωτερικό με τον ορισμό από κάθε κράτος μιας κεντρικής αρχής που αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιδίδει έγγραφα προερχόμενα από ξένα κράτη (αρ. 2) και αφετέρου την εξασφάλιση της περιέλευσης των εγγράφων στον παραλήπτη τους, δεν καταργεί ούτε αποκλείει τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν.

Ειδικότερα η σύμβαση αυτή ακολουθώντας τη βασική αρχή του διεθνούς δικονομικού δικαίου ότι ο τρόπος επίδοσης διέπεται από το δίκαιο του τόπου της επίδοσης, προβλέπει ότι επίδοση σε ξένο κράτος μπορεί να γίνει, εκτός από την κεντρική αρχή και από: 1) διπλωματικές ή προξενικές αρχές (αρ. 8, 9), 2) ταχυδρομικώς (αρ. 10α), 3) από αρμόδια πρόσωπα του τόπου επιδόσεως (αρ. 10Β) και γ) και 4) από άλλες αρχές υποδεικνυόμενες για το σκοπό αυτό από το κράτος προορισμού, ενώ προβλέπει ρητά (αρθ. 19) ότι μπορεί να χρησιμοποιηθούν εγκύρως όλοι οι τρόποι επίδοσης που επιτρέπονται από το δίκαιο του κράτους προορισμού για έγγραφα που προέρχονται από το εξωτερικό και επιδίδονται στο έδαφος του κράτους προορισμού (βλ. γνωμ. Κεραμέως-Κοζύρη ΕΔ 1989,1291, Γνωμ. Αρβανιτάκη Αρμ 1999,620, ΑΠ 1566/2010 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», 1223/2009, ΕφΘεσ 2318/2017 Αρμ 2019.573, ΕΑ 3559/1995 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).

Πηγή: 1876/2022 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος

natalianeratzakh@outlook.com

Δημοσιεύθηκε στις 27.05.2026