• natalianeratzakh@outlook.com
  • 6984045886
  • 2622026681

Ποινική ρήτρα. Επειδή οι διατάξεις των άρθρων 404-407 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου, δεν αποκλείεται στην περίπτωση ειδικότερα του άρθρου 406 ΑΚ, τα μέρη να αποσκοπούν να τάξουν καθαρή ποινή, δηλαδή να τάξουν υποχρέωση του οφειλέτη όχι μόνο για τη συμφωνημένη ποινή αλλά επί πλέον και για την εκπλήρωση της σύμβασης ή για την πλήρη αποζημίωση από τη μη εκπλήρωση. 

Κατά το άρθρο 404 ΑΚ ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή, κατά δε το άρθρο 405 παρ. 1 ίδιου Κώδικα η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία. Η ποινική ρήτρα, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, είναι η υπόσχεση του οφειλέτη στο δανειστή του ότι θα του καταβάλει ορισμένη παροχή σαν ποινή εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει κατά τον προσήκοντα τρόπο την κύρια παροχή του. Ο όρος «ποινική ρήτρα» δηλώνει τόσο τη συμφωνία όσο και αυτή την ίδια την ποινή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει, αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία, ενώ η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία (ΑΠ 224/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 891/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1848/2007 ΕλλΔνη 48.1434, ΑΠ 1460/2005 ΕλλΔνη 47.184, ΕφΛαρ 188/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ-ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑΘ 1890/2003 ΕλλΔνη 45.250, ΕφΑΘ 3264/2003 ΕλλΔνη 45.1508), οπότε υφίσταται εναντίον του οφειλέτη αγώγιμη αξίωση του δανειστή για την ποινή και κατά τις διακρίσεις των άρθρων 406 και 407 ΑΚ. Η γνήσια ως άνω ποινική ρήτρα, η οποία αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία και μέσο πίεσης στην εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας ενοχής (ΑΠ 611/1998 ΕλλΔνη 40.141), άλλως μέσο εξαναγκασμού της εκπλήρωσης της κύριας σύμβασης ερχόμενο σε ενίσχυση αυτής (ΕφΑΘ 3264/2003 ΕλλΔνη 45.1509), θεμελιώνει ενοχή η οποία τελεί υπό την ιδιόρρυθμη αίρεση της μη εκπλήρωσης ή της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής που πηγάζει από την κύρια σύμβαση (ΕφΑΘ 11643/1995 ΕλλΔνη 38.1620, ΕφΑΘ 332/1994 ΕλλΔνη 36.1302). Η κατάπτωση δηλαδή της ποινής επέρχεται ως συμφωνημένη κύρωση για την υπαίτια μη εκπλήρωση ή την υπαίτια μη προσήκουσα εκπλήρωση της κύριας ενοχής (βλ. Ταμπάκη σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ, τόμος II, έκδοση Π. Ν. Σάκκουλας, 1979, άρθρο 405, σελ. 414, αριθ. 12). Στη γνήσια ποινική ρήτρα υπάρχουν δύο αυτοτελείς ενοχές μεταξύ των ίδιων προσώπωνκαι συγκεκριμένα η μία είναι από την κύρια ενοχή και η άλλη από τη συμφωνία για την ποινική ρήτρα(βλ. Ταμπάκη σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, ο.π., σελ. 411, αριθ. 11). Εκτός, όμως, από τη γνήσια ποινική ρήτρα, υπάρχει και η μη γνήσια ποινική ρήτρα, η οποία δεν ρυθμίζεται από τον ΑΚ και η οποία είναι έγκυρη κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Στη μη γνήσια αυτή ποινική ρήτρα, η οποία αποτελεί αυτοτελή σύμβαση που δεν εξαρτάται και δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης (“κύριας”) σύμβασης, υπάρχει μία ενοχή μεταξύ των συμβαλλομένων, αυτή που απορρέει από την περί ποινής συμφωνία. Η ενοχή αυτή τελεί υπό την αίρεση πράξεως ή παραλείψεως του υποσχεθέντος, το αντίθετο των οποίων δεν αποτελεί παροχή άλλης κυρίας ενοχής (ΑΠ 1433/1998). Όμως αυτός που υπόσχεται ποινή εάν πράξει (ή παραλείψει) το τάδε, υπόσχεται συνάμα εμμέσως ως κύρια υποχρέωση ότι δεν θα πράξει (ή δεν θα παραλείψει) το τάδε, οπότε τέτοιας ούσης της έμμεσης βούλησης των μερών, πληρούνται όλοι οι όροι της ποινικής ρήτρας, οπότε και επί της μη γνήσιας ποινικής ρήτρας εφαρμόζεται αναλογικά και το άρθρο 409 του ΑΚ (ΑΠ 869/2017 και Γεώργιος Μπαλής, Ενοχικό Δίκαιο, έκδοση τρίτη, Αφοί Π. Σάκκουλα,& 100, αρ. 8, σελ. 342-343). Κατά την άποψη Ταμπάκη σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, γνήσια είναι και η ποινική ρήτρα που συνομολογήθηκε με την αίρεση της ενέργειας ή της παράλειψης, η οποία δεν αποτελεί παροχή άλλης ενοχής (βλ. Ταμπάκη σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, ο.π., άρθρο 404, σελ. 411, αρ. 11). Περαιτέρω ο όρος «μη εκπλήρωση της παροχής» καλύπτει τις περιπτώσεις αδυναμίας παροχής, της υπερημερίας του οφειλέτη ως και της πλημμελούς εκπλήρωσης που δεν είναι ρυθμισμένη στον ΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 406 παρ. 1 ΑΚ καλύπτει, από τις ανωτέρω περιπτώσεις, την πρώτη, οι λοιπές καλύπτονται από την διάταξη του άρθρου 407 ΑΚ. Από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας γεννιέται αυτοτελής απαίτηση ως προς το αντικείμενο (χρήμα ή κάτι άλλο) της ποινής, η οποία είναι παράλληλη προς την απαίτηση που απορρέει από την κύρια ενοχή, περιεχόμενο της οποίας είναι η εκπλήρωση της κύριας ενοχής. Οι δύο ενοχές αυτές είναι μεν αυτοτελείς αλλά κατά κάποιο τρόπο αντιφατικές στην περίπτωση που η κατάπτωση επέρχεται για τη μη εκπλήρωση. Η ανωτέρω σχέση είναι απόρροια του σκοπού της ποινικής ρήτρας, η οποία παίρνει τη θέση της μη εκπληρούμενης συμβατικής παροχής. Έτσι από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 406 ΑΚ, προκύπτει — εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί κάτι άλλο μεταξύ των συμβαλλομένων, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης — ότι σε περίπτωση που η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης της κύριας παροχής ή της πράξης ή παράλειψης που ανέλαβε ο οφειλέτης, και εχώρησε κατάπτωση της ποινής, ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την ποινή (ανεξαρτήτως ζημίας, ανεξάρτητα δηλαδή από το εάν υπάρχει ή όχι ζημία). Εάν απαιτήσει την ποινή που κατέπεσε, αποκλείεται να ζητήσει την εκπλήρωση της κύριας παροχής. Εάν όμως ο δανειστής αντί για εκπλήρωση έχει δικαίωμα αποζημίωσης (δευτερογενούς αποζημίωσης από τη μη εκπλήρωση) τότε μπορεί να απαιτήσει σωρευτικά την ποινή που κατέπεσε καθώς και την επιπλέον αποδεικνυομένη ζημία, δεν μπορεί όμως να ζητήσει σωρευτικά την ποινή και πλήρη αποζημίωση, εκτός εάν υπάρχει σχετική συμφωνία των μερών. Το άρθρο 406 ΑΚ έχει εφαρμογή και στη μερική εκπλήρωση. 

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 του ΑΚ προκύπτει ότι, αν η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, μπορεί να ζητήσει και την εκπλήρωση (προσήκουσα) της παροχής. Έχει, δε, επιπρόσθετα το δικαίωμα να ζητήσει και την αποκατάσταση της ζημίας που δεν καλύπτεται από την καταπεσούσα και απαιτηθείσα ποινή (βλ. Ταμπάκης σε Γεωργιάδη- Σταθόπουλο, ο.π., άρθρο 407, σελ. 418- 419). Σημειώνεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 404-407 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου και εφαρμόζονται εφόσον κάτι άλλο δεν προκύπτει από τη βούληση των συμβαλλομένων (βλ. Ταμπάκης σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, ο.π., άρθρο 406, αριθ. 1, σελ. 415, Γ. Μπαλής, ο.π., & 100, σελ. 338). Έτσι δεν αποκλείεται στην περίπτωση ειδικότερα του άρθρου 406 ΑΚ, τα μέρη να αποσκοπούν να τάξουν καθαρή ποινή, δηλαδή να τάξουν υποχρέωση του οφειλέτη όχι μόνο για τη συμφωνημένη ποινή αλλά επί πλέον και για την εκπλήρωση της σύμβασης ή για την πλήρη αποζημίωση από τη μη εκπλήρωση.

Πηγή:2533/2022 ΕΦ ΑΘΗΝΩΝ 

Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος

natalianeratzakh@outlook.com

Δημοσιεύθηκε στις 12.05.2026