• natalianeratzakh@outlook.com
  • 6984045886
  • 2622026681

Κατάρτιση εξώδικου συμβιβασμού. Τηρητέος τύπος. Προϋποθέσεις. Συμφωνία των ενδιαφερόμενων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση.

Kατά το άρθρο 871 εδ.α ΑΚ “με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση”. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέσημε αμοιβαίες υποχωρήσειςΦιλονικία είναι η αμφισβήτηση των συμβαλλομένων σχετικά με τη γένεση ή το αντικείμενο ή την ύπαρξη ή την έκταση ή τα πρόσωπα ή και τις έννομες συνέπειες κάποιας έννομης σχέσεώς τουςυπάρχει δε, όταν ο ένας ή και οι δύο συμβαλλόμενοι αμφισβητούν την βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, ακόμη και αν αυτό γίνεται από απλή κακοβουλία, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν αμφιβολία σχετικά με τις απαιτήσεις αυτές. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση, όπως είναι η αναγνώριση απαίτησης, η άφεση χρέους, η παραίτηση, η δωρεά κ.λπΕξάλλου για τη σύναψη της σύμβασης συμβιβασμού απαιτείται πρόταση από το ένα συμβαλλόμενο μέρος με περιεχόμενο τη διάλυση της έριδας ή αβεβαιότητας, με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αποδοχή της πρότασης από το άλλο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 871 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 578/1980). 

Ο συμβιβασμός ενδέχεται να έχει αναγνωριστικό απλώς χαρακτήρα της υφιστάμενης ήδη παλαιάς ενοχής, οπότε αυτή διατηρεί τη φύση και τις ασφάλειές της, ενδέχεται όμως να έχει δημιουργικό ή ανανεωτικό χαρακτήρα, εφόσον πάντως από το περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης, συνάγεται σαφώς σκοπός ανανέωσης, δηλαδή κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής και αντικατάστασή της με τη συνιστώμενη με το συμβιβασμό νέα ενοχή. Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της σύναψης συμβιβασμού. Δηλαδή με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικά η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της απόφασής του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού. 

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του ενάγοντος – αναιρεσείοντος, έκρινε ως νομικά βάσιμη την αγωγή και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, (η οποία είχε ως αντικείμενο την ακύρωση της υπ’ αριθμ…./3.12.1993 συμβολαιογραφικής και μεταβιβαστικής, κατά την αγωγή, κυριότητας πράξης, λόγω δημιουργούμενης με τη πράξη αυτή μη αρτίων οικοπέδων και επερχομένης εντεύθεν παράνομης κατάτμησης οικοπέδου, κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ.1 του ΝΔ 690/1948) δέχθηκε δε τούτο (Εφετείο) ως προς την ουσία της υποθέσεως, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ’ αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων. “Ο εκκαλών (ενάγων) είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακαλύπτου οικοπέδου εμβαδού 150,17 τ.μ. κειμένου εντός του δομημένου τμήματος της Δημοτικής Κοινότητας … Σάμου, που απεικονίζεται με τα κεφαλαία γράμματα … στο από Αυγούστου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου μηχανικού Δ. Χ. και συνορεύει δυτικά με διώροφη οικία της εναγόμενης σε πλευρά AΒ μήκους 20,40 μ., βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Σ., σε πλευρά ΒΓ μήκους 7,40 μ. νότια με τη παλαιά εθνική οδό … σε πλευρά ΑΖ μήκους 7,00 μ. και ανατολικά με κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο. Αυτός το απέκτησε με παράγωγο τρόπο από τον Α. Κ. και ειδικότερα με το υπ’ αριθμ. …/29.07.1986 συμβόλαιο ανταλλαγής ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου Σάμου ……………….. , το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο … στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σάμου, σε συνδυασμό με τη με αριθμό …/24.8.2012 τροποποιητική σύμβαση του ίδιου Συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο … των ίδιων βιβλίων μεταγραφών. Η εφεσίβλητη (εναγομένη) είναι κυρία ακινήτου μετά της επ’ αυτού διώροφης οικοδομής, ομόρου προς δυσμάς με το παραπάνω ακίνητο του εκκαλούντος. Το ακίνητο αυτό της εφεσίβλητης συνορεύει ανατολικά με το άνω οικόπεδο του εκκαλούντος, δυτικά με ιδιοκτησία Π. Κ., νότια με τη παλαιά εθνική οδό, … και βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Μ.. Αυτή (η εφεσίβλητη) το απέκτησε, λόγω προικός, από τον πατέρα της Α. Κ. με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα με το υπ’ αριθμ. …/05.02.1962 προικοσυμβόλαιο του άλλοτε Συμβολαιογράφου Σάμου …………………….. , το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο … των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σάμου. Αποδείχθηκε περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι η εφεσίβλητη το έτος 1965 με οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε από την Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Σάμου, ανήγειρε στο ακίνητο της διώροφη οικοδομή, που αποτελεί και την οικία της μέχρι σήμερα. Κατά την ανέγερση της οικίας της η εφεσίβλητη άφησε λωρίδα γης ακάλυπτη στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου της, την οποία στη συνέχεια επικάλυψε με τσιμέντο καθ’ όλο το πλάτος της (1,50μ.) και επί μήκους 20,40 μ., ενώ τοποθέτησε κεντρική θύρα εισόδου στην οικία της από την επίδικη δίοδο από την επαρχιακή οδό … (ενώ το προ ανατολάς ακίνητο το οποίο κατείχε και νεμόταν τότε ο θείος της Ν. Κ. και αργότερα περιήλθε στον εκκαλούντα παρέμενε ακάλυπτος χώρος, χωρίς κτίσμα). Ο εκκαλών, που απέκτησε με την ως άνω (…/1986) συμβολαιογραφική πράξη την κυριότητα του όμορου προς στην ανατολική πλευρά του ακινήτου της εφεσίβλητης, αποφάσισε και αυτός να το ανοικοδομήσει το έτος 1993 με άδεια οικοδομής από την Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Σάμου. Τότε δημιουργήθηκε αμφισβήτηση και αβεβαιότητα μεταξύ των διαδίκων κατά πόσο η ως άνω επίδικη λωρίδα που χρησιμοποιούσε η εφεσίβλητη για να εισέρχεται στην οικία της βρισκόταν μέσα στην ιδιοκτησία του εκκαλούντος ή της εφεσίβλητης. Καθένας απ’ αυτούς ισχυριζόταν ότι αυτή βρισκόταν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα τουλάχιστον μέρος μέσα στην δική του ιδιοκτησία. Οι διάδικοι συναντήθηκαν και διεξήγαγαν διαπραγματεύσεις προκειμένου να επιτύχουν επωφελή και για τους δύο συμβιβαστική λύση, την οποία τελικά επέτυχαν μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις και τελικά επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ τους συμβιβαστικού χαρακτήρα, που περιεβλήθη το τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, για τον χαρακτηρισμό της διόδου, ως χωρίσματος των ιδιοκτησιών τους, που θα ανήκει και στα δύο ακίνητα και θα εξυπηρετεί την όδευση και των δύο ιδιοκτησιών τους. Συγκεκριμένα στην με αριθμό …/3.12.1993 συμβολαιογραφική -“ΠΡΑΞΗ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΟΡΙΩΝ – ΟΜΟΡΩΝ – ΑΚΙΝΗΤΩΝ” που συντάχθηκε από τον Συμβολαιογράφο Σάμου Ιωάννη Κιράνη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, αναφέρθηκε ότι “μεταξύ των οικοπέδων των διαδίκων στον οικισμό “…” του Δήμου Σάμου υφίσταται διαχωριστική λωρίδα εδάφους πλάτους 1,5 μ αρχομένη από την προς Νότο παλαιά Εθνική οδό … και εξικνούμενη προς Βορρά σε βάθος μέχρι το προς Βορρά όριο Ε. Σ. και την οποία λωρίδα αναγνωρίζουν οι συμβαλλόμενοι ως κοινόκτητη και κοινόχρηστη αμφοτέρων των ομόρων ακινήτων, ως τοιαύτη δε ανέκαθεν υφίστατο και ανεγνωρίζετο, ασχέτως αν σε διάφορα συμβολαιογραφικά έγγραφα ανεφέρετο ως δουλεία διόδου ή δικαίωμα διόδου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο και πρόκειται περί λωρίδος εδάφους στην, οποία έχουν συγκυριότητα τα όμορα – αυτά ακίνητα των συμβαλλομένων (διαδίκων), οι οποίοι προβαίνουν στην κατάρτιση αυτής της πράξης για αποφυγή στο μέλλον τυχόν ερίδων και δικαστικών αγώνων”. 

Η συμφωνία αυτή μεταξύ των διαδίκων αποτελούσε σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού και μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει ότι συνέπεσαν απολύτως οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στο να δημιουργήσουν καινούργια σχέση καταργώντας την άνω παλαιά, αφού δηλαδή με τη συμφωνία αυτή οι συμβαλλόμενοι διάδικοι εκδήλωσαν την πρόθεση τους να διαλύσουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις τους την αβεβαιότητα τους, αναφορικά με το ποιος έχει δικαίωμα κυριότητας στην επίμαχη λωρίδα καταλήγοντας ότι αυτή ανήκει και στους δύο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Επομένως η διαπιστωτική αυτή διευκρινιστική συμβολαιογραφική πράξη “καθορισμού ορίων”, με την οποία αναγνωρίζεται ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων υπάρχει η ως άνω επίδικη λωρίδα γης, δεν είναι επαχθής δικαιοπραξία μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου από τον εκκαλούντα προς την εφεσίβλητη, ώστε να δημιουργηθούν δύο διακριτά και αυτοτελή ακίνητα μη άρτια και οικοδομήσιμα, αλλά αποτελεί πράξη εξωδίκου συμβιβασμού με την οποία συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων προς αποφυγή μελλοντικών δικαστικών διενέξεων και ερίδων”.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του, η δε αποδοχή τους οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, αφού η υφισταμένη φιλονικία των διαδίκων ως προς την κυριότητα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, λύθηκε με αμοιβαίες υποχωρήσεις, κατά τις οποίες η επικαλουμένη από κάθε πλευρά αποκλειστική κυριότητα επί του όλου ή μέρους της ένδικης εδαφικής λωρίδας, αποδόθηκε, μετά από κοινή συμφωνία κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου σε κάθε όμορο ακίνητο και ορίστηκε ότι θα εξυπηρετεί την όδευση προς αυτά. Περαιτέρω, έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεικνυούμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της προδιαληφθείσας διατάξεως, οδηγούντα στο συμπέρασμα ότι συνήφθη εξώδικος συμβιβασμός και μάλιστα δημιουργικός νέας σχέσεως και καταργητικός οποιοδήποτε παλαιάς, ενώ η εν συνεχεία αναφορά της απόφασης ότι το συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβιβασμού ήταν και διαπιστωτικό των ορίων των ακινήτων δεν ενέχει αντίφαση, αφού το αν η ένδικη λωρίδα ήταν το όριο των ακινήτων δεν αποτέλεσε αντικείμενο του συμβιβασμού, του οποίου το αντικείμενο ήταν το αν η εδαφική αυτή λωρίδα, που αναμφισβήτητα είναι όριο των ακινήτων των διαδίκων, ανήκει κατά κυριότητα στον ένα ή τον άλλο από αυτούς. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Πηγή: 617/2016 ΑΠ 

Ναταλία Κ. Νεραντζάκη,δικηγόρος

natalianeratzakh@outlook.com

Δημοσιεύθηκε στις 07.05.2026