Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α` 164), ορίζεται ότι: «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος».
Κατά το δε άρθρο 908 του ίδιου Κώδικα «ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση «ο αντισυμβαλλόμενος» του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις εργασίες ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης συμβάσεως, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσης εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ή της υπηρεσίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΣτΕ 2873/2019, ΑΠ 640/2024, 212/2023, 1143/2023, 32/2022, 1308, 562/2021, 250, 100/2020). Ο ανωτέρω γενικός κανόνας του άρθρου 904 Α.Κ., που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ακυρότητας της συμβάσεως έργου ή εργασίας ή υπηρεσίας που αφορά το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ. και τους Ο.Τ.Α., δεδομένου ότι δεν καθιερώνεται γι’ αυτά εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 212/2023, 738/2022, 250/2020, ΑΠ 1260/2018). Σε κάθε περίπτωση, το βάρος της αποδείξεως για την ύπαρξη και την έκταση του πλουτισμού το φέρει ο ενάγων (ΣτΕ 2170/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, όπως εκθέτει στην αγωγή, στο πλαίσιο δραστηριότητας της ατομικής επιχειρήσεώς του ηλεκτρολογείου-μηχανουργείου, με πέντε (5) συμβάσεις, οι οποίες συνήφθησαν προφορικώς (ατύπως) μεταξύ του ίδιου και του εναγομένου Δήμου στις 15.10.2018, 30.11.2018, 15.1.2019, 15.3.2019 και 15.5.2019, παρείχε στον τελευταίο υπηρεσίες επισκευής ενός μηχανήματος έργου (JCB) του Δήμου καθώς και συντηρήσεως ηλεκτρικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων σε περιοχές εντός των ορίων του, κατά το χρονικό διάστημα από 15.11.2018 έως 30.8.2019, αξίας 1.900 ευρώ, 4.960 ευρώ, 3.496,80 ευρώ, 2.802,40 ευρώ, 3.038 ευρώ, 4.935,20 ευρώ και 4.898 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 26.030,40 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.). Εξέδωσε δε και τα αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (σχετ. τα ../15.11.2018, …/7.12.2018, …/10.12.2018, ../5.2.2019, …/5.4.2019, …/19.8.2019 και …/19.8.2019 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών).
Στη συνέχεια, η αρμόδια επιτροπή παραλαβής του εναγομένου Δήμου, αφού διαπίστωσε ότι οι πιο πάνω υπηρεσίες, για τις οποίες ο ενάγων εξέδωσε τα ως άνω τιμολόγια, είχαν παρασχεθεί από τον τελευταίο, παρέλαβε αυτές στις 15.11.2018, 1.12.2018, 10.12.2018, 5.2.2019, 5.4.2019, 28.8.2019 και 19.8.2019 και συνέταξε προς τούτο τα σχετικά πρωτόκολλα παραλαβής υπηρεσιών, πλην ο εναγόμενος Δήμος δεν προέβη στην εξόφληση των εν λόγω τιμολογίων. Κατόπιν τούτων, με την κρινόμενη αγωγή ζητεί να καταβάλει ο εναγόμενος Δήμος σ’ αυτόν το πιο πάνω ποσό των 26.030,40 ευρώ προς εξόφληση των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού σε περίπτωση που οι συμβάσεις είναι άκυρες λόγω μη τηρήσεως του έγγραφου τύπου. Το ανωτέρω ποσό ο ενάγων ζητεί να καταβληθεί σ’ αυτόν νομιμοτόκως από την επίδοση στον εναγόμενο Δήμο της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επειδή, ο ενάγων, παρείχε στον εναγόμενο Δήμο, σε εκτέλεση των συναφθεισών μεταξύ τους συμβάσεων, τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες, τις οποίες παρέλαβε η αρμόδια επιτροπή παραλαβής, η οποία συνέταξε προς τούτο τα από 15.11.2018, 1.12.2018, 10.12.2018, 5.2.2019, 5.4.2019, 28.8.2019 και 19.8.2019 πρωτόκολλα παραλαβής υπηρεσιών, εξέδωσε δε προς πληρωμή του συμβατικού τιμήματος και τα αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, τα οποία παρελήφθησαν από αυτόν. Από τις προαναφερθείσες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, η καταρτισθείσα στις 15.10.2018 σύμβαση για την οποία εκδόθηκε το …/15.11.2018 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών (αξίας 1.900 ευρώ) και το αντικείμενο της οποίας δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.) είναι έγκυρη, διότι δεν υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου. Το αντικείμενο δε καθεμίας από τις λοιπές τέσσερις (4) συμβάσεις για τις οποίες εκδόθηκαν τα …/7.12.2018, …/10.12.2018, …/5.2.2019, …/5.4.2019, …/19.8.2019 και …/19.8.2019 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.) και, ως εκ τούτου, απαιτείτο για την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων η τήρηση εγγράφου τύπου, η έλλειψη του οποίου καθιστά αυτές άκυρες. Η εν λόγω ακυρότητα δεν αίρεται από το γεγονός ότι οι προαναφερθείσες συμβάσεις εκτελέστηκαν, διότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία ότι προηγήθηκε ο έγγραφος τύπος ούτε για την πρόταση ούτε για την αποδοχή. Αναφορικά με την εγκύρως καταρτισθείσα σύμβαση παροχής υπηρεσιών, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι είχαν συνυποβληθεί με το …/15.11.2018 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών βεβαιώσεις φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας που να βεβαιώνουν την ανυπαρξία των κατά νόμον οφειλών του ενάγοντος προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, ούτε ότι αυτός είχε υποβάλει στον εναγόμενο Δήμο τις εν λόγω βεβαιώσεις μεταγενεστέρως και σε ποιο χρονικό σημείο. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην σκέψη 8, δεν αναιρεί μεν την κατ’ αρχήν υποχρέωση του Δήμου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό του συμβατικού τιμήματος (1.900 ευρώ), η εξόφλησή του, όμως, εξαρτάται από την υποβολή των ως άνω βεβαιώσεων. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, πρέπει να απορριφθεί. Οίκοθεν νοείται ότι εφόσον τελικώς προσκομισθούν στον εναγόμενο Δήμο οι βεβαιώσεις αυτές, ο ενάγων δύναται να απαιτήσει από τον τελευταίο την εξόφληση του …/15.11.2018 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών. Εξάλλου, σε περίπτωση έγκυρης συμβάσεως, όπως εν προκειμένω, αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 904 του Αστικού Κώδικα (βλ. ΣτΕ 2858/2020 σκ. 14, 2642/2018 σκ. 8, 1734/2016 σκ. 9). Επομένως, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί και ως προς την επικουρική βάση της.
Περαιτέρω, ως προς τις λοιπές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, δεδομένης της ακυρότητάς τους, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που ζητείται η ικανοποίηση των απαιτήσεων από τις συμβάσεις αυτές, αποτελεί αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατ’ άρθρο 904 του Α.Κ., κατά την επικουρική βάση της. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο εναγόμενος Δήμος πλούτισε αδικαιολόγητα κατά το συνολικό ποσό των πιο πάνω ανεξόφλητων τιμολογίων, ήτοι κατά το ποσό των 24.130,40 ευρώ (4.960 + 3.496,80 + 2.802,40 ευρώ + 3.038 ευρώ + 4.935,20 ευρώ + 4.898 ευρώ), χωρίς νόμιμη αιτία διατηρήσεως του πλουτισμού αυτού, σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, διότι με την παροχή των συμφωνηθεισών υπηρεσιών ο εναγόμενος Δήμος εξοικονόμησε δαπάνη, στην οποία θα είχε υποβληθεί εάν είχε αναθέσει την εκτέλεση των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρες συμβάσεις σε άλλον πάροχο υπηρεσιών, οφείλει να αποδώσει στον ενάγοντα τον πιο πάνω πλουτισμό. Το ποσό των 24.130,40 ευρώ πρέπει να υποχρεωθεί ο Δήμος να το καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως, με το επιτόκιο που προβλέπει η εφαρμοστέα και στους Δήμους (άρθρο 276 παρ. 3 του ν. 3463/2006, Α` 114) διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 (Α` 65), από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής που διενεργήθηκε στις 15.2.2023 (σχετ. η …15.2.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λαμίας, ….) και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 24.130,40 ευρώ, νομιμοτόκως, με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 του ν. 4607/2019, από 16.2.2023 και μέχρι την πλήρη εξόφληση και, τέλος, να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.)
Πηγή: 1268/2025 ΔΕΦ ΠΕΙΡΑΙΑ (ΤΡΙΜ)
Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος